Βρισκόμαστε κοντά στις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου, τη στιγμή που οι βαλίτσες αδειάζουν και το ελληνικό σπίτι ξαναβρίσκει τον ρυθμό του. Η επιστροφή από τις διακοπές δεν σημαίνει απλώς αλλαγή ωραρίου. Σημαίνει την ανασύνθεση ολόκληρης της οικογενειακής καθημερινότητας γύρω από το σχολείο, τη δουλειά και όλες αυτές τις υποχρεώσεις που το καλοκαίρι είχαν μπει σε παύση. Και κάπου εδώ είναι που οι περισσότερες οικογένειες αγχώνονται για τα έξοδα τους Σεπτεμβρίου. Και ενώ οι επίσημοι δείκτες, όπως έχουμε αναλύσεις και σε προηγούμενα άρθρα, περιγράφουν αυτή την περίοδο, ως μια από τις πιο ήρεμες των τελευταίων ετών στο μέτωπο των τιμών, το νοικοκυριό έχει την αίσθηση ότι ο Σεπτέμβριος βγαίνει ακριβός. Και η αλήθεια είναι πως σχεδόν κάθε χρόνο συμβαίνει αυτό. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτά τα δύο, στη στατιστική ηρεμία και στο βίωμα της πίεσης, είναι το πραγματικό θέμα του μήνα.
Για την ελληνική οικογένεια ο Σεπτέμβριος λειτουργεί ουσιαστικά ως η αληθινή αρχή του έτους. Είναι ο μήνας που επανεκκινούν ταυτόχρονα δεκάδες δαπάνες οι οποίες το καλοκαίρι είτε είχαν παγώσει, είτε είχαν αντικατασταθεί από άλλες. Το σχολείο ανοίγει, οι εξωσχολικές δραστηριότητες ξεκινούν, τα μεταφορικά επιστρέφουν στην κανονικότητά τους και το τραπέζι του σπιτιού ξαναγεμίζει με μια εντελώς διαφορετική λογική από εκείνη του Αυγούστου. Αυτή η συγκέντρωση αποφάσεων και εξόδων σε λίγες μόνο εβδομάδες δημιουργεί μια πίεσης σε κάθε οικογενειακό προϋπολογισμό. Δεν είναι που όλα ακρίβυναν ξαφνικά. Είναι που όλα ξεκινούν μαζί.
Το Σεπτέμβριο γίνεται η μετάβαση από το καλοκαιρινό στο φθινοπωρινό τραπέζι και εδώ κρύβεται η ουσία της αλλαγής. Το καλοκαιρινό καλάθι είναι, από τη φύση του, ένα από τα φθηνότερα της χρονιάς. Στηρίζεται σε άφθονα εποχικά φρούτα και λαχανικά, σε ελαφριά γεύματα και σε έναν τρόπο διατροφής που ευνοείται από τη διαθεσιμότητα της παραγωγής. Καθώς μπαίνουμε στο φθινόπωρο, η σύνθεση αυτού του καλαθιού αλλάζει ριζικά. Στη θέση των εποχικών προϊόντων που τώρα υποχωρούν έρχονται το καθημερινό σχολικό κολατσιό, τα γαλακτοκομικά, τα προϊόντα αρτοποιίας και μια σειρά τυποποιημένων ειδών που συνοδεύουν την επιστροφή στη ρουτίνα. Το νοικοκυριό δεν αγοράζει απλώς ακριβότερα προϊόντα. Αγοράζει διαφορετικά προϊόντα, σε μεγαλύτερη ποικιλία και συχνότητα. Το κόστος του τραπεζιού αλλάζει κυρίως επειδή αλλάζει το ίδιο το περιεχόμενό του και όχι επειδή άλλαξαν οι τιμές στο ράφι.
Ο δείκτης τιμών καταναλωτή μετρά πόσο μεταβάλλεται η τιμή ενός σταθερού καλαθιού από τον έναν μήνα στον άλλον. Δεν μετρά το γεγονός ότι το δικό μας καλάθι, τον Σεπτέμβριο, γίνεται ένα άλλο καλάθι. Την περίοδο αυτή ο γενικός πληθωρισμός κινείται σε επίπεδα σαφώς πιο ήπια από πέρυσι, με τη διατροφή να συγκρατείται σε μεγάλο βαθμό χάρη στη φθηνότερη σοδειά του καλοκαιριού και στην αποκλιμάκωση τιμής του ελαιολάδου. Την ίδια στιγμή όμως, βασικές κατηγορίες που κυριαρχούν ακριβώς στο φθινοπωρινό τραπέζι, όπως το ψωμί, τα γαλακτοκομικά και τα κρέατα, συνέχισαν να κινούνται ανοδικά. Έτσι δημιουργείται το παρακάτω παράδοξο: ο μέσος δείκτης μπορεί να δείχνει ηρεμία, τη στιγμή που το συγκεκριμένο μείγμα αγορών κάθε οικογένειας με παιδιά στο σχολείο κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση.
Η απάντηση απέναντι σε αυτή τη συνδυαστική πίεση χρόνου και χρημάτων δεν είναι άλλη από τον οικογενειακό προγραμματισμό. Το καλοκαίρι, η ρουτίνα των γευμάτων είναι σαφώς πιο χαλαρή και οι αγορές συχνά αυθόρμητες. Τον Σεπτέμβριο, όμως, με τα παιδιά να επιστρέφουν στα θρανία και τα απογεύματα να γεμίζουν ασφυκτικά με φροντιστήρια, αθλητικές δραστηριότητες και λοιπές δραστηριότητες η έλλειψη οργάνωσης κοστίζει ακριβά στο ταμείο του σπιτιού. Η στρατηγική της οικογένειας περνάει πλέον αναγκαστικά μέσα από τον εβδομαδιαίο σχεδιασμό, τη στοχευμένη λίστα του σούπερ μάρκετ που βάζει φρένο στη σπατάλη τροφίμων και, φυσικά, την επιστροφή στο μαγειρευτό φαγητό. Αυτή η συνειδητή μετάβαση από την καλοκαιρινή ανεμελιά στις οργανωμένες αγορές είναι το πραγματικό "κλειδί" για να απορροφηθούν ομαλά οι κραδασμοί του φθινοπωρινού προϋπολογισμού.
Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, αλλά αλλαγής οπτικής. Το επιπλέον κόστος του Σεπτεμβρίου είναι σε μεγάλο βαθμό εποχικό και, ως τέτοιο είναι προβλέψιμο και διαχειρίσιμο. Δεν προκύπτει από κάποια νέα έκρηξη τιμών, αλλά από τη φυσική μετάβαση του νοικοκυριού σε έναν πιο απαιτητικό κύκλο του έτους που το Σεπτέμβριο εκκινεί και αυτό είναι κάτι που συμβαίνει κάθε χρόνο.
Τελικά, ο Σεπτέμβριος δεν είναι ο μήνας που όλα ακριβαίνουν, αλλά ο μήνας που όλα αλλάζουν. Η απόσταση ανάμεσα στους ήπιους δείκτες του πληθωρισμού και την πίεση που νιώθουμε στο πορτοφόλι μας, γεφυρώνεται μόνο μέσα από την προσαρμογή. Όσο πιο γρήγορα αποδεχτούμε ότι το καλοκαιρινό καλάθι της αφθονίας δίνει τη θέση του στις απαιτήσεις του φθινοπώρου, ανάμεσα στα θρανία, το παρκέ των προπονήσεων και τις καθημερινές υποχρεώσεις, τόσο πιο εύκολα θα βρούμε τον ρυθμό μας. Με τον σωστό οικογενειακό προγραμματισμό, το φθινοπωρινό καλάθι παύει να είναι απειλή και γίνεται ξανά ένας απόλυτα διαχειρίσιμος προϋπολογισμός.



