Επτά λεπτά χρειάστηκε η φωτιά στα Περιστέρια της Σαλαμίνας για να εξαπλωθεί προς τους πλησιέστερους οικισμούς. Πίσω από την ταχύτητα με την οποία εξελίχθηκε η πυρκαγιά βρίσκεται ένα ευρύτερο πρόβλημα που αφορά μεγάλο τμήμα της Αττικής: όλο και περισσότερες κατοικημένες περιοχές βρίσκονται πλέον σε άμεση επαφή με δάση, θαμνώδεις εκτάσεις και άλλη φυσική βλάστηση.
Η ίδια η Πυροσβεστική περιέγραψε την περιοχή της τελευταίας πυρκαγιάς ως «μεικτή ζώνη κατοικιών και δάσους». Πρόκειται για αυτό που στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία ορίζεται ως Wildland - Urban Interface (WUI), δηλαδή τη ζώνη στην οποία ο δομημένος χώρος συναντά ή αναμειγνύεται με εκτάσεις φυσικής βλάστησης. Και στην Αττική οι περιοχές αυτές καταλαμβάνουν πλέον σημαντικό μέρος της Περιφέρειας.
Στο 26,3% της Αττικής οι μεικτές ζώνες
Πρόσφατη επιστημονική έρευνα για την Αττική, η οποία βασίστηκε σε δεδομένα Copernicus, Landsat, CORINE Land Cover και αποτυπώσεις κτιρίων, υπολόγισε ότι οι ζώνες WUI καλύπτουν το 26,29% της Περιφέρειας.
Οι ερευνητές χώρισαν μάλιστα τις περιοχές αυτές σε 40 διαφορετικές κατηγορίες, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζονται η δόμηση και η βλάστηση. Μεγάλο μέρος τους εντοπίζεται σε εκτάσεις με θαμνώδη βλάστηση, χαρακτηριστικό ιδιαίτερα σημαντικό για την Αττική.
Ακόμη πιο ενδεικτικός είναι ο χάρτης συνολικού κινδύνου της μελέτης. Το 37,74% της Αττικής κατατάσσεται σε ζώνες υψηλού ή πολύ υψηλού κινδύνου, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση να καταγράφεται στις περιαστικές περιοχές.
Η ίδια έρευνα εξέτασε την ιστορία των πυρκαγιών από το 1983 έως το 2023 και υπολόγισε ότι περίπου 102.366 εκτάρια, δηλαδή περισσότερα από 1 εκατ. στρέμματα, είχαν επηρεαστεί από φωτιές μέσα σε αυτές τις τέσσερις δεκαετίες.
Γιατί μεγαλώνουν οι ζώνες κινδύνου
Η δημιουργία των μεικτών ζωνών δεν είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα της επέκτασης της κατοικίας προς τα δάση. Στην Ελλάδα και γενικότερα στη Μεσόγειο έχει συμβεί ταυτόχρονα και η αντίστροφη μεταβολή: η φυσική βλάστηση έχει επεκταθεί προς περιοχές που παλαιότερα καλλιεργούνταν ή χρησιμοποιούνταν για άλλες αγροτικές δραστηριότητες.
Η εγκατάλειψη γεωργικής γης και η αστική επέκταση αναγνωρίζονται από τις πρόσφατες μελέτες ως δύο από τους παράγοντες που έχουν αυξήσει την έκταση της διεπαφής μεταξύ φυσικής βλάστησης και κατοικημένων περιοχών.
Έρευνα για το σύνολο της Ελλάδας είχε ήδη καταγράψει τη μεταβολή των WUI μεταξύ 2006 και 2018, επισημαίνοντας τη σημασία της χαρτογράφησής τους για τον σχεδιασμό της πρόληψης και της διαχείρισης των πυρκαγιών.
Το αποτέλεσμα είναι ότι σε αρκετές περιοχές το όριο μεταξύ δάσους και πόλης δεν είναι πλέον καθαρό. Κατοικίες, δρόμοι, οικόπεδα, πευκοδάση και θαμνώδεις εκτάσεις συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο.
Από το Μάτι στη Σαλαμίνα
Η πυρκαγιά στο Μάτι το 2018 αποτελεί μία από τις πλέον χαρακτηριστικές και διεθνώς μελετημένες περιπτώσεις πυρκαγιάς σε μεικτή ζώνη δάσους και κατοικιών.
Επιστημονικές αναλύσεις έχουν υπολογίσει ότι το μέτωπο κινήθηκε με ταχύτητα που έφτασε τα 5 χιλιόμετρα την ώρα προς την παράκτια ζώνη, υπό πολύ ισχυρούς δυτικούς ανέμους, υψηλές θερμοκρασίες και εξαιρετικά χαμηλή σχετική υγρασία. Η πυρκαγιά έφτασε τελικά στη θάλασσα έχοντας διασχίσει μια πυκνοδομημένη μεικτή ζώνη.
Η περίπτωση της Σαλαμίνας είναι διαφορετική ως προς την κλίμακα και τις συνέπειες, όμως τα επτά λεπτά που κατέγραψε η Πυροσβεστική αναδεικνύουν ένα κοινό στοιχείο: τα εξαιρετικά στενά χρονικά περιθώρια όταν μια πυρκαγιά εκδηλώνεται ή φτάνει κοντά σε κατοικημένη περιοχή.
Το βάρος μεταφέρεται στην πρόληψη γύρω από τους οικισμούς
Η διεθνής έρευνα για τις WUI δείχνει ότι η αντιμετώπιση του κινδύνου δεν αφορά μόνο την καταστολή μιας πυρκαγιάς. Η χαρτογράφηση της βλάστησης, η διαχείριση της καύσιμης ύλης, η πρόσβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων και η ανθεκτικότητα των ίδιων των κτιρίων αποκτούν μεγαλύτερη σημασία όσο αυξάνεται η έκταση των μεικτών ζωνών.
Μελέτες στην Ελλάδα έχουν εξετάσει ακόμη και τα χαρακτηριστικά των ίδιων των κατοικιών που επηρεάζουν την πιθανότητα να υποστούν ζημιές, συνδυάζοντας προσομοιώσεις της συμπεριφοράς της φωτιάς με τη βλάστηση γύρω από το κτίριο και τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά του.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται πλέον και η ευρωπαϊκή πολιτική. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει μεταξύ των επόμενων βημάτων την ανάπτυξη τακτικά επικαιροποιούμενων χαρτών καύσιμης ύλης και ενιαίων μοντέλων εκτίμησης κινδύνου πυρκαγιάς μέσω του EFFIS, με ιδιαίτερη αναφορά στην ανθεκτικότητα των περιοχών WUI.
Για την Ελλάδα το ζήτημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο. Το Joint Research Centre της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμά ότι η νότια Ευρώπη είναι η περιοχή όπου η αύξηση του κινδύνου πυρκαγιάς λόγω της κλιματικής αλλαγής αναμένεται να είναι εντονότερη. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε ένα σενάριο αύξησης της θερμοκρασίας κατά 3°C, ο πληθυσμός που ζει κοντά σε φυσική βλάστηση και εκτίθεται σε υψηλό έως ακραίο κίνδυνο πυρκαγιάς για τουλάχιστον δέκα ημέρες τον χρόνο εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 15 εκατ. ανθρώπους ή 24%.
Η τελευταία φωτιά στη Σαλαμίνα προσθέτει έτσι ένα ακόμη περιστατικό σε ένα πρόβλημα που η επιστημονική έρευνα έχει ήδη χαρτογραφήσει. Όταν περισσότερο από το ένα τέταρτο της Αττικής βρίσκεται στη ζώνη επαφής κατοικίας και φυσικής βλάστησης, η προστασία αυτών των περιοχών δεν αφορά πλέον μεμονωμένους οικισμούς αλλά ένα σημαντικό τμήμα του πολεοδομικού και δασικού σχεδιασμού της Περιφέρειας.



