Διεθνή
19-07-2021 | 20:01

Μεταβατικός ή όχι, ο πληθωρισμός συρρικνώνει «τώρα» το καλάθι της νοικοκυράς

Γιάννης Αγγέλης
Μοιράσου το
Μεταβατικός ή όχι, ο πληθωρισμός συρρικνώνει «τώρα» το καλάθι της νοικοκυράς
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Μπορεί οι κεντρικοί τραπεζίτες της Fed και της ECB, να επιμένουν ότι η άνοδος του πληθωρισμού είναι προσωρινή - και ίσως αποδειχθούν στο τέλος σωστοί - όμως στο μεταξύ οι τιμές καταναλωτή έχουν αρχίσει ήδη να αφήνουν το αποτύπωμά τους στην καθημερινή ζωή «αφαιρώντας», ανάλογα ποσοστά αγοραστικής δύναμης απέναντι σε βασικά είδη κατανάλωσης.

Η σχετική συζήτηση για το κατά πόσο ο πληθωρισμός επιστρέφει μετά από δεκαετίες απουσίας, πριν καν ο πλανήτης απαλλαγεί από την πανδημία, καθιστά το πρόβλημα εξαιρετικά άμεσο και ουσιαστικό τόσο για την νομισματική πολιτική (επιτόκια), όσο και για τον καθορισμό της δημοσιονομικής πολιτικής σε επίπεδο κυβερνήσεων. Και μάλιστα σε μία περίοδο που οι κυβερνήσεις δικαιολογημένα διστάζουν, μπροστά στο νέο κύμα της μετάλλαξης Δέλτα, να αρχίσουν την απόσυρση των μέτρων δημοσιονομικής στήριξης…  

Το γεγονός δε ότι το μεγάλο κύμα των πληθωριστικών πιέσεων αφορά ως εμπειρία ζωής γενιές, οι οποίες σήμερα είναι στην έκτη δεκαετία της ζωής τους, καθιστά την συζήτηση αυτή περισσότερο δύσκολη και περίπλοκη, καθώς δεν είναι προς το παρόν δυνατό να προβλεφθούν οι αντιδράσεις απέναντι σε ένα κύμα πληθωριστικών πιέσεων με βάση την εμπειρία του παρελθόντος. 

Τα στοιχεία που επηρεάζουν την ανοδική τάση του πληθωρισμού παραμένουν ενεργά σε όλα τα επίπεδα, με μοναδική ίσως εξαίρεση, προσωρινή και αβέβαιη για ορισμένους αναλυτές, εκείνη των τιμών του πετρελαίου μετά την χθεσινή συμφωνία του OPEC+ για περιορισμένη και σταδιακή αύξηση της παραγωγής από το Β εξάμηνο του 2021. 

Οι υποστηρικτές της εκτίμησης ότι ο πληθωρισμός επιστρέφει, υπενθυμίζουν τα γεγονότα, οικονομικά, πολιτικά και γεωπολιτικά της δεκαετίας του ‘70 και ‘80, που σημάδεψαν μια σεισμικών διαστάσεων στροφή των εξελίξεων στον πλανήτη. Τότε η έκρηξη του πληθωρισμού άλλαξε μέσα σε μία δεκαετία την ζωή στον πλανήτη, τουλάχιστον όσο αφορά τα δεδομένα της μεταπολεμικής άνθησης μετά την Συμφωνία στο Μπρέττον Γούντς και κυρίως την σταθεροποίηση της ισοτιμίας δολαρίου – χρυσού. 

Η μεγάλη ανατροπή άρχισε πριν ακριβώς μισό αιώνα, όταν οι πρώτοι ισχυροί σπασμοί του τέλους της μεταπολεμικής άνθησης οδήγησαν στην απόφαση της κυβέρνησης Νίξον στις 15 Αυγούστου του 1971 να ανακοινώσει το τέλος της (σχετικά) σταθερής σχέσης χρυσού-δολαρίου που είχε ορισθεί με την Συμφωνία του Μπρέττον Γουντς στα 35 δολ/ουγγιά του χρυσού.

Η ανακοίνωση εκείνη αποτέλεσε το εφαλτήριο δραματικών εξελίξεων και ανατροπών σ’ ολόκληρο τον πλανήτη καθώς πάνω στην σχέση αυτή – σε συνδυασμό με την Συμφωνία της Γιάλτας– είχε στηριχθεί η οικονομική ανοικοδόμηση μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.

Οι ισοτιμίες του δολαρίου κατέρρευσαν, η τιμή των πρώτων υλών και ειδικά του πετρελαίου τριπλασιάστηκε και… πολλαπλασιάστηκε αλλεπάλληλες φορές καθώς έτρεχε η υποτίμηση του δολαρίου και διαλυόταν το διεθνές νομισματικό σύστημα. Σαν συνέπεια ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε σε διψήφια νούμερα και έφθασε στις ΗΠΑ πολύ κοντά στο 19% σε κάποια στιγμή μεταξύ 1980–81.

Ήταν μία δεκαετία που φαινόταν να ανατρέπει οικονομικά και πολιτικά ό,τι είχε σταθεροποιηθεί μετά το τέλος του πολέμου με το Μπρέττον Γουντς.

Ακολούθησε η δραματική κατακόρυφη αύξηση των επιτοκίων στο 18% από τον Πωλ Βόλκερ, επικεφαλής της Fed το 1981, για να αναχαιτίσει τον πληθωρισμό, με αποτέλεσμα ένα πρωτοφανές υφεσιακό τσουνάμι σ’ ολόκληρο τον πλανήτη και τα γνωστά γεγονότα της δεκαετίας του ‘80, με σημεία καμπής το 1985 (Συμφωνία Πλάζα – προσωρινή νομισματική σταθεροποίηση) με την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων, την χρηματιστηριακή παγκοσμιοποίηση και το 1989… 

Επιστροφή στην δεκαετία του '70; 

Το ερώτημα που έχει εκ των πραγμάτων τεθεί είναι αν πράγματι ακολουθεί μία δεκαετία τύπου ‘70, με εφαλτήριο τον νομισματικό υπερπληθωρισμό που χρησιμοποιήθηκε από τις κεντρικές τράπεζες αρχικά για να αντιμετωπίσουν την κατάρρευση του 2008-9 και τις συνέπειες της πανδημίας το 2020.

Οι αρνητές αυτής της άποψης -που εκτιμούν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις είναι προσωρινές και σ’ αυτούς επι κεφαλής είναι οι κεντρικές τράπεζες - επιμένουν ότι όπως την δεκαετία που προηγήθηκε, ήτοι το 2009 – 2019, ο νομισματικός πληθωρισμός των κεντρικών τραπεζών, μπορεί και πάλι να ελεγχθεί –να αποστειρωθεί – και οι συνέπειες θα είναι κάτι που θα έχει εκτονωθεί σε 2–3 το πολύ χρόνια. Πριν από λίγα 24ωρα η Αμερικανίδα ΥΠΟΙΚ και πρώην επικεφαλής της Fed Τζάνετ Γιέλεν βεβαίωσε σε δημόσιες δηλώσεις της ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα υποχωρήσουν από το 2022.

Η άποψη αυτή δικαιολογεί και επιτρέπει την συνέχιση της νομισματικής πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης και δίνει τον απαραίτητο χρόνο στις κεντρικές τράπεζες να συνεχίσουν το QE μέχρι να καταφέρουν το ακόμα ζητούμενο, ήτοι την επανεκκίνηση των οικονομιών.

Στην απέναντι όχθη είναι η εκτίμηση πως οι οικονομίες (όπως δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία ιδιαίτερα των δύο τελευταίων μηνών, αλλά και οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις) έχουν ήδη αρχίσει να επιστρέφουν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου πληθωρισμού που θα υποχρεώσει τις κεντρικές τράπεζες κάποια στιγμή να αυξήσουν τα επιτόκια για να τον αναχαιτίσουν.

Εικόνα

Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η αύξηση των επιτοκίων (αύξηση του κόστους του χρήματος) αποτελεί και το κομβικό σημείο, καθώς τα μηδενικά ή και αρνητικά επιτόκια ήταν το βασικό όπλο με το οποίο μέχρι στιγμής έχει γίνει δυνατή η χρηματοδότηση και η διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας...

Η αχίλλειος πτέρνα των επιχειρημάτων, που θέλουν τον πληθωρισμό να είναι μεταβατικό φαινόμενο, με βάση την εμπειρία της διαχείρισης των κεντρικών τραπεζών της προηγούμενης δεκαετίας, εντοπίζεται στο γεγονός ότι αυτή η διαχείριση και η αποστείρωση (σ.σ. των πληθωριστικών πιέσεων στην περασμένη δεκαετία), είχε δύο στηρίγματα που δεν υπάρχουν σήμερα:

  • Tα προγράμματα περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής (λιτότητα σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) στις οικονομίες πήγαιναν παράλληλα και σε συνδυασμό με τον νομισματικό πληθωρισμό (ποσοτική χαλάρωση) και
  • Την ιστορικά πρωτοφανή προσφορά της Κίνας με τιμές προϊόντων που δεν είχε ξαναδεί ο πλανήτης. Μια προσφορά που είχε προκαλέσει την συγκράτηση τόσο των τιμών όσο και των αμοιβών εργασίας.

Στην τρέχουσα κατάσταση οι κυβερνήσεις παρά και ενάντια στην θέλησή τους –όπως και το 1945/49– έχουν εφαρμόσει και συνεχίζουν να εφαρμόζουν λόγω των συνεπειών της πανδημίας τεράστια προγράμματα δημοσιονομικής ταυτόχρονα με την νομισματική στήριξη.

Ταυτόχρονα η «προσφορά» προϊόντων της Κίνας έχει δραματικά αλλάξει, με αυξήσεις στις τιμές παραγωγού που σταδιακά, αλλά σταθερά, μετατρέπουν σε σχετικό το αρχικά απόλυτο πλεονέκτημά τους στο παγκόσμιο εμπόριο.

Γιατί παρ’ όλα αυτά δεν είναι όπως στην δεκαετία ’70

Όσον αφορά τους υποστηρικτές της άποψης ότι το σύστημα έχει ήδη αρχίσει να εισέρχεται σε ένα περιβάλλον που λίγο-πολύ θυμίζει δεκαετία ‘70, η αλήθεια είναι ότι η τρέχουσα συγκυρία είναι πολύ διαφορετική από εκείνη της δεκαετίας του ‘70.

Το βασικό στοιχείο έχει να κάνει με το ότι σήμερα η «ευαισθησία» ή ακριβέστερα το «ευάλωτο» στοιχείο του συστήματος, είναι ποιοτικά διαφορετικό από εκείνο του ‘70.

Σήμερα ο πλανήτης είναι βυθισμένος σε ένα πρωτοφανές χρέος δεκάδων τρις δολαρίων, δημόσιο και ιδιωτικό –κυρίως ιδιωτικό– που σε σύγκριση με εκείνο της δεκαετίας του ’70, δεν έχει καμία σχέση όντας τόσο σε μέγεθος όσο και σε ποιότητα και σύνθεση.

Τότε, το 1980–81, η Fed μπορούσε να επιλέξει την αύξηση των επιτοκίων σε πρωτοφανή επίπεδα, προκαλώντας βέβαια ύφεση, αλλά όχι την άμεση καταστροφή…

Σήμερα η αναχαίτιση σοβαρών πληθωριστικών πιέσεων τα επόμενα χρόνια είναι αδιανόητο να επιχειρηθεί με αυξήσεις επιτοκίων χωρίς να προκαλέσει χρεοκοπίες …συμπαντικών διαστάσεων. 

Ήδη με μηδενικά ή αρνητικά επιτόκια από τις κεντρικές τράπεζες το 23% του ομολογιακού χρέους χαρακτηρίζεται ως «σκουπίδια» (Junk bonds). Το ποσοστό αυτό θα εκτιναχθεί σε στρατοσφαρικά επίπεδα αν βρεθεί σε περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων. Οι υφιστάμενες εκτιμήσεις για την διασύνδεση της αύξησης επιτοκίων με την ανάκαμψη της οικονομίας, γίνεται έτσι με απόλυτο τρόπο αντιστρόφως ανάλογη...

Ενδεικτικό αυτής της συσχέτισης είναι το γεγονός ότι και μόνο το ότι η Fed προανάγγειλε αναπροσαρμογή επιτοκίων μετά από 2 χρόνια (!) προκλήθηκε άμεση αρνητική αναθεώρηση των εκτιμήσεων για την ανάκαμψη της οικονομίας στις ΗΠΑ, πέρα από τις προσωρινές σεισμικές αντιδράσεις στο επίπεδο των αγορών.

Ο λόγος είναι βέβαια απλός, μέχρι σήμερα οι Κεντρικές Τράπεζες κρατούν τις αγορές ζωντανές (στην… εντατική) με τα QE.

Και μόνο η αναγγελία για την ενδεχόμενη διακοπή αυτής της «ζωτικής» λειτουργίας θα μπορούσε να κάνει τις αγορές να τρέμουν καθώς η απλή αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει τρόπος αποπληρωμής αυτού του τεράστιου χρέους. Με τα προγράμματα νομισματικής χαλάρωσης που έχουν μεσολαβήσει δεν υπάρχει νόμισμα με «πραγματική αξία» ικανό να διαμεσολαβήσει για τόσο μεγάλη αύξηση της παραγωγικής διαδικασίας, ικανής να «αξιώσει» αυτό το χρέος σε επαρκές επίπεδο. Αυτή άλλωστε είναι και η «συγγένεια» της τρέχουσας κατάστασης με την απειλή του πληθωρισμού, με εκείνη της δεκαετίας του 70’ όταν κατέρρευσε η πραγματική αξία του δολαρίου με την απαγκίστρωσή του από τον χρυσό…

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάστε ακόμη

Reuters: Διαφωνίες στην ΕΚΤ για το μέλλον του PEPP

Γέλεν: Πολλοί ακόμα μήνες ραγδαίου πληθωρισμού, ανησυχία για την αγορά ακινήτων