Ελλάδα
23-03-2021 | 16:03

Γραφείο Προϋπολογισμού: Ύφεση 7% το πρώτο 3μηνο και ανάπτυξη 2,7% φέτος εάν δεν ληφθούν επιπλέον μέτρα στήριξης

Δήμητρα Καδδά
Μοιράσου το
Γραφείο Προϋπολογισμού: Ύφεση 7% το πρώτο 3μηνο και ανάπτυξη 2,7% φέτος εάν δεν ληφθούν επιπλέον μέτρα στήριξης
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Την εκτίμηση πως η ύφεση το πρώτο τρίμηνο θα διαμορφωθεί στο 7% και ο ρυθμός μεγέθυνσης του 2021 θα είναι 2,7% περιλαμβάνει η έκθεση για το τελευταίο τρίμηνο του 2020 που εκπόνησε το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή αι παρουσίασε ο  συντονιστής Φραγκίσκος Κουτεντάκης. Η έκθεση έχει ενσωματώσει και τα στοιχεία του ΑΕΠ που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ και παρουσιάζει δύο εναλλακτικά πιο «καλά» σενάρια που συνδέονται με ένα πρόσθετο πακέτο στήριξης 5 δισ. ευρώ φέτος. Μπορεί να προσφέρει ταχύτερη ανάκαμψη κατά 3,7% ή ακόμη και κατά 4,8% αν ληφθούν επιπλέον παρεμβάσεις στήριξης οι οποίες, αντί να δρομολογούνται προς επιδόματα (όπως συμβαίνει κατά κύριο λόγο τώρα), να συνδράμουν στην αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης (πχ δαπάνες υγείας).

Το γραφείο καθιστά σαφές πως χωρίς τα μέτρα στήριξης το πλήγμα θα ήταν πολύ πιο οξύ και στο ΑΕΠ, αλλά και στην ανεργία. Αλλά και περιγράφει τις μεγάλες αβεβαιότητες της παναδημίας, αλλά και των οφειλών που τελούν σε αναστολή.



Αναλυτικά, η πρόβλεψη του Γραφείου Προϋπολογισμού για τον ρυθμό μεγέθυνσης του 2021 είναι 2,7%. «Η πρόβλεψη αυτή υπόκειται σε σημαντικό βαθμό αβεβαιότητας, που προέρχεται τόσο από την εξέλιξη της ίδιας της πανδημίας και των περιοριστικών μέτρων όσο και από ενδεχόμενες δημοσιονομικές παρεμβάσεις και την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης» αναφέρεται.

Η διατήρηση των περιοριστικών μέτρων για ολόκληρο το πρώτο τρίμηνο του 2021 και τα προβλήματα στο πρόγραμμα εμβολιασμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελούν τον σημαντικότερο κίνδυνο για την εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας το τρέχον έτος. Από την άλλη πλευρά, ενδεχόμενη επιτάχυνση των εμβολιασμών και σταδιακή χαλάρωση των περιορισμών και των μετακινήσεων μέχρι το καλοκαίρι μπορούν να συνεισφέρουν θετικά στην οικονομική δραστηριότητα, κυρίως μέσω του τουρισμού.

Στο πρώτο τρίμηνο ο ρυθμός μεγέθυνσης εκτιμάται πως θα είναι αρνητικός και θα γίνει θετικός από το δεύτερο τρίμηνο και μετά. Οι βασικές συνιστώσες που θα διαμορφώσουν την εξέλιξη του συνολικού ΑΕΠ είναι η κατανάλωση (δημόσια και ιδιωτική) και οι καθαρές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών (διαφορά εξαγωγών από εισαγωγές).

Οι 3 αβεβαιότητες

Οι παραπάνω προβλέψεις στηρίζονται σε υποθέσεις που εμπεριέχουν μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας που προέρχεται από τρεις πηγές.

1.  Η πρώτη και σημαντικότερη συνδέεται με την εξέλιξη της πανδημίας στη διάρκεια του έτους. Η βασική υπόθεση είναι πως οι μακροοικονομικές μεταβλητές βρίσκονται σε διαδικασία επιστροφής στην ισορροπία από την αρχική διαταραχή του προηγούμενου έτους (δηλαδή, υποθέτουμε ότι δεν θα υπάρξει νέα διαταραχή στη διάρκεια του τρέχοντος έτους). Ωστόσο, η ταχύτητα πραγματοποίησης των εμβολιασμών, η αποτελεσματικότητα του εμβολίου και η άρση των περιοριστικών μέτρων αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την πορεία τόσο της ιδιωτικής κατανάλωσης όσο και των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών.

2. Μια δεύτερη αβεβαιότητα προκύπτει από το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί για την επαναφορά της οικονομικής δραστηριότητας στα επίπεδα που βρίσκονταν πριν την εμφάνιση της πανδημίας. Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, δηλαδή σε όρους ζήτησης, αυτή η ταχύτητα θα επηρεάσει τους ρυθμούς ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας από το δεύτερο τρίμηνο και μετά. Μεσοπρόθεσμα ωστόσο, σε όρους προσφοράς, είναι αβέβαιο πόσες από τις επιχειρήσεις που παρέμειναν εκτός λειτουργίας για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα θα μπορέσουν να επαναλειτουργήσουν. Αυτή η τελευταία αβεβαιότητα, ίσως να μην αφορά τις προβλέψεις του τρέχοντος έτους, όμως θα καθορίσει τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές.

3. Μια τρίτη, τέλος, αβεβαιότητα προέρχεται από το ύψος των δημοσιονομικών παρεμβάσεων κατά το τρέχον έτος. Το Γραφείο έχει ενσωματώσει μια αύξηση των μεταβιβάσεων στα 35 δις (από τα 30 που προβλέπει ο προϋπολογισμός) και εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων σε ύψος 7,5 περίπου δις, με σκοπό να συμπεριλάβουμε την παράταση των ειδικών δημοσιονομικών παρεμβάσεων και την αξιοποίηση μέρους των 2,6 δις του Ταμείου Ανάκαμψης που προβλέπονται στις δαπάνες του προϋπολογισμού.

Σημειώνει ωστόσο ότι αφενός η επίπτωση των μεταβιβάσεων είναι σχετικά μικρότερη από εκείνη των δημόσιων επενδύσεων ή της δημόσιας κατανάλωσης και αφετέρου ότι η επίπτωση του Ταμείου Ανάκαμψης εξαρτάται από τον βαθμό που θα αυξήσει τις δημόσιες επενδύσεις πάνω από τα συνήθη τους επίπεδα και δεν θα υποκαταστήσει εγχώρια χρηματοδότηση μέσω του ΠΔΕ στην περίπτωση των επιχορηγήσεων και θα οδηγήσει σε αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων στην περίπτωση των δανείων.

Τα εναλλακτικά σενάρια

Συμπληρωματικά προς το παραπάνω βασικό σενάριο, το Γραφείο εκτιμά και το ενδεχόμενο μιας πρόσθετης δημοσιονομικής παρέμβασης της τάξης των 5 δισ. ευρώ που μπορεί να κατευθυνθεί είτε σε μεταβιβάσεις είτε σε δημόσια κατανάλωση:

*Στην πρώτη περίπτωση ο ρυθμός μεγέθυνσης του 2021 αυξάνεται κατά μία περίπου ποσοστιαία μονάδα και διαμορφώνεται σε 3,65%, ενώ

* Στη δεύτερη περίπτωση η αύξηση του ρυθμού μεγέθυνσης ξεπερνάει τις δύο ποσοστιαίες μονάδες και γίνεται 4,84%.

Οι σημαντικές διαφορές που παρουσιάζει ένα δεδομένο ύψος παρέμβασης ανάλογα με την χρήση του αναδεικνύει την άποψη που έχουμε εκφράσει επανειλημμένα από την αρχή της κρίσης ότι η δημοσιονομική επέκταση μέσω αγορών αγαθών και υπηρεσιών (δημόσια κατανάλωση ή δημόσια επένδυση) έχει σαφώς ισχυρότερη επίδραση στο συνολικό ΑΕΠ σε σχέση με την επέκταση μέσω μεταβιβάσεων και απαλλαγών από φορολογικές ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις, παρά τη θετική επίδραση αυτών των παρεμβάσεων στη συγκράτηση του ποσοστού ανεργίας το 2020».

Τριμηνιαία επίπεδα του ΑΕΠ και των βασικών συνιστωσών σε εποχικά διορθωμένους όρους και σταθερές τιμές 2015

insider

Η κατάσταση

Το 2020 η ελληνική οικονομία κατέγραψε ετήσια ύφεση 8,2%, έναντι 6,6% στο σύνολο των χωρών της Ευρωζώνης, αναφέρει το Γραφείο. Η ύφεση προήλθε κυρίως από τη μεγάλη μείωση των Εξαγωγών Υπηρεσιών (-43%) και της Ιδιωτικής Κατανάλωσης (-5,2%). Παράλληλα, το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών κατέγραψε σοβαρή επιδείνωση της τάξης των 8,4 δισ. (5,2% του ΑΕΠ) σε σχέση με το 2019, ενώ ο πληθωρισμός παραμένει αρνητικός στην περιοχή του -2%. Η ανεργία παραμένει σταθερή εξαιτίας των ειδικών μέτρων διατήρησης των θέσεων εργασίας και της μείωσης του εργατικού δυναμικού.

Θεωρείται πολύ σημαντικό πως παρά τις δυσμενείς οικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις, η διεθνής πιστοληπτική ικανότητα του ελληνικού δημοσίου παραμένει ισχυρή, όπως φάνηκε από την πρόσφατη έκδοση του 30ετούς κρατικού ομολόγου με ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης και αυξημένο ενδιαφέρον από τους διεθνείς επενδυτές.

Στα δημόσια οικονομικά, η επιδείνωση που καταγράφεται στο 2020 σε σχέση με το 2019 φτάνει τα 20,4 δισ., διαμορφώνοντας πρωτογενές έλλειμμα σχεδόν 14 δισ. ευρώ (8,4% του ΑΕΠ). Ωστόσο, το γραφείο εκτιμά πως το επίσημο δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα είναι καλύτερο εξαιτίας του ειδικού τρόπου καταγραφής των έκτακτων μέτρων και ιδιαίτερα των φορολογικών αναστολών και της επιστρεπτέας προκαταβολής: τα ποσά που αναμένεται να επιστραφούν στο μέλλον (πχ το δάνειο της Επιστρεπτέας Προκαταβολής), δεν θα υπολογιστούν στο δημοσιονομικό αποτέλεσμα.

Τα μέτρα υπολογίζονται σε περίπου 14,8 δισ. (χωρίς τις εγγυήσεις) που πραγματοποιήθηκαν εντός του 2020

Έκτακτες δημοσιονομικές παρεμβάσεις 2020-21(σε εκατ. ευρώ)



 

insider

Οι παρεμβάσεις είναι εξολοκλήρου μεταβιβάσεις και απαλλαγές ή αναστολές φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Οι δαπάνες που μπορούν να θεωρηθούν δημόσια κατανάλωση, δηλαδή αγορές αγαθών και υπηρεσιών, περιορίζονται στα μόλις 703 εκατ. ευρώ για το 2020 και 546 εκατ. ευρώ το 2021 (περιλαμβάνουν τις επιπλέον λειτουργικές δαπάνες του συστήματος υγείας, τις προσλήψεις υγειονομικού προσωπικού και τις έκτακτες δαπάνες σχετιζόμενες με τον COVID στα υπόλοιπα Υπουργεία).

Κανένας δημοσιονομικός εφησυχασμός

Για τα δημοσιονομικά περιθώρια, επισημαίνεται πως  η διατήρηση της «γενικής ρήτρας διαφυγής» από το Σύμφωνο Σταθερότητας για το 2021 και το 2022 προσφέρει σημαντική ευελιξία στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι τα επεκτατικά μέτρα που συνεχίζονται εντός του 2021, ύψους περίπου 10 δις, δεν θα προκαλέσουν βραχυπρόθεσμα προβλήματα. Επιπρόσθετα, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας μπορούν να συνεισφέρουν εξίσου σημαντικά στη βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη μεγέθυνση, χωρίς μεγάλη δημοσιονομική επιβάρυνση.

Προϋπόθεση είναι, επισημαίνει, οι πόροι αυτοί να συμβάλλουν στους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης είναι να αυξήσουν τις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις πάνω από τα σημερινά τους επίπεδα, κάτι που αποτελεί μείζονα πρόκληση για τη χώρα μας. Ειδικά για τις δημόσιες επενδύσεις, θα ήταν σημαντική η ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας σε υλικοτεχνικές υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό.

Το Γραφείο προειδοποιεί πως «οι διευκολύνεις που προσφέρονται για τη βραχυπρόθεσμη διαχείριση της κρίσης δεν δικαιολογούν κανενός είδους δημοσιονομικό εφησυχασμό. Το χρέος που συσσωρεύεται στη διάρκεια της πανδημίας θα παραμείνει εκεί και μετά το τέλος της και η εξυπηρέτησή του θα ασκήσει πιέσεις στον κρατικό προϋπολογισμό, ιδιαίτερα αφού αρθούν τα έκτακτα μέτρα μαζικών αγορών κρατικών ομολόγων της ΕΚΤ (μέσω του προγράμματος PEPP)».

Επισημαίνει και τον κίνδυνο από την αύξηση του ιδιωτικού χρέους που αναμένεται να προκύψει λόγω της οικονομικής ύφεσης. Το μη εξυπηρετούμενο ιδιωτικό χρέος στο τέλος του 2020 δεν αυξήθηκε σημαντικά. Έφτασε τα 242,6 δισ. (108,1 δισ. στην εφορία, 37,5 δισ. στα ασφαλιστικά ταμεία, 58,1 δις στις τράπεζες και 38,9 δις στις εγχώριες Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ).

Ωστόσο, «αναμένουμε ωστόσο να καταγράψει σημαντική επιδείνωση όταν θα ξεκινήσει η υλοποίηση των αποπληρωμών. Σε αυτό το στάδιο ενδέχεται να χρειαστούν επιπρόσθετες παρεμβάσεις και ειδικές ρυθμίσεις αποπληρωμής που ουσιαστικά θα ισοδυναμούν με ανάληψη μέρους του ιδιωτικού χρέους από τον δημόσιο τομέα. Τέτοιες παρεμβάσεις που αφορούν ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο θα πρέπει να έχουν διαφανείς κανόνες και κριτήρια και να αποφασιστούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο» αναφέρεται.

Κίνδυνοι

Οι κίνδυνοι για την εγχώρια οικονομία συνδέονται κυρίως με την εξέλιξη της πανδημίας. Οι εξελίξεις σχετικά με τη διαδικασία του εμβολιασμού θα είναι κρίσιμες για την ανάκαμψη του τουρισμού και την ταχύτητα ανάκαμψης στον ιδιωτικό τομέα μετά τη λήξη των κυβερνητικών μέτρων στήριξης. Επιπλέον, οι γεωπολιτικές εντάσεις στην περιοχή και η μεταναστευτική κρίση προσθέτουν επιπλέον αβεβαιότητα. Από την άλλη πλευρά, αναμένεται να έχουν θετική επίδραση στην οικονομία τα κονδύλια που είναι διαθέσιμα για τη χώρα μας μέσα από το ταμείο ανάκαμψης Next Generation EU για την περίοδο 2021-2026, το οποίο θα μπορούσε να δώσει σημαντική ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα.

Οι αποδόσεις των δεκαετών τίτλων

Παρά τις αβεβαιότητες και τις διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές, οι αποδόσεις των δεκαετών τίτλων του ελληνικού κράτους επανήλθαν στην πτωτική τους πορεία μετά τον Απρίλιο του 2020, συγκλίνοντας προς τους αντίστοιχους τίτλους της Ιταλίας. Ωστόσο, διαφαίνεται να υπάρχει μια ανοδική τάση σε όλους τους ευρωπαϊκούς τίτλους από τον Φεβρουάριο του 2021. Στις αρχές Μαρτίου οι αποδόσεις των δεκαετών τίτλων διαμορφώθηκαν κοντά στο 1,04%, επισημαίνεται.

insider



Καταλυτικό ρόλο στη μείωση των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων και στη μείωση του περιθωρίου επιτοκίου από αντίστοιχα ομόλογα άλλων κρατών-μελών της ευρωζώνης είναι η συμπερίληψη των ελληνικών τίτλων στο έκτακτο πρόγραμμα αγοράς τίτλων λόγω της πανδημίας (PEPP) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Το Ελληνικό δημόσιο στις 17/3/2021 προέβη σε έκδοση τριακονταετούς ομολόγου. Η συναλλαγή, η οποία υπερκαλύφθηκε 10 φορές, ήταν ένα ακόμη ορόσημο για την επιστροφή της χώρας στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Σύμφωνα με τον ΟΔΔΗΧ, το ελληνικό δημόσιο άντλησε 2,5 δις ευρώ από την έκδοση τριακονταετούς ομολόγου με απόδοση 1,956% και κουπόνι 1,875%. Oι προσφορές των επενδυτών (που ξεπέρασαν τους 250) ανήλθαν σε επίπεδα υψηλότερα των 25 δις ευρώ.

Για την αποπληρωμή τμήματος των υφιστάμενων δανείων που έχει λάβει η Ελλάδα από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναφέρεται πως «είναι σημαντική διότι μειώνεται ο επιτοκιακός και συναλλαγματικός κίνδυνος αναχρηματοδότησης για τα επόμενα δύο έτη, ενώ βελτιώνονται οι βασικοί δείκτες βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, όπως ο δείκτης ετήσιων μεικτών χρηματοδοτικών αναγκών ως ποσοστό του ΑΕΠ».



 

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.