Στον «αέρα» κινδυνεύουν να τιναχθούν εκατοντάδες υποθέσεις, στις οποίες η Αρχή για το Ξέπλυμα Χρήματος έχει προχωρήσει σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που θεωρούνται προϊόν εγκλήματος, λόγω διάταξης που έχει παρεισφρήσει στο σχέδιο νόμου «Τροποποιήσεις Ποινικού Κώδικα, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».

Η εν λόγω διάταξη που είναι περίτεχνα διατυπωμένη οδηγεί ουσιαστικά στην αποδέσμευση όσων προϊόντων εγκλήματος έχει δεσμεύσει η Αρχή για το Ξέπλυμα Χρήματος για περισσότερους από 18 μήνες.

Η διάταξη αναφέρει τα εξής:

Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 42 του ν. 4557/2018 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Τα χρονικά όρια διάρκειας των μέτρων δέσμευσης που περιγράφονται στο εδάφιο α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 34 ΚΠΔ ισχύουν και για την περίπτωση που η απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων, του ανοίγματος θυρίδων και της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, διατάσσεται από τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου».

Η διάταξη αυτή απλά σημαίνει πως από την ψήφιση της τροπολογίας όσα περιουσιακά στοιχεία έχει δεσμεύσει η Αρχή για το Ξέπλυμα για πάνω από 18 μήνες αποδεσμεύονται. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε ως αποτέλεσμα δεκάδες κατηγορούμενοι σε βάρος των οποίων έχουν ασκηθεί διώξεις για ξέπλυμα χρήματος και οικονομικά εγκλήματα, όπως η κακουργηματική απιστία να ανακτήσουν την πρόσβαση σε περιουσιακά τους στοιχεία που έχουν δεσμευθεί για να διαφυλαχθεί το δημόσιο συμφέρον.

Η διάταξη προκάλεσε την αντίδραση εισαγγελικών λειτουργών, αλλά κυρίως της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες που μετέχοντας στη διαβούλευση του νομοσχέδιου παρέθεσε αναλυτικά όλους τους κινδύνους που απορρέουν από τη σχετική διάταξη.

Συγκεκριμένα, ανέφερε τα εξής:

«Η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, εν όψει της προτεινομένης με το νέο σχέδιο νόμου διάρκειας ισχύος των από αυτήν εκδιδομένων διατάξεων δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, τονίζει τον κίνδυνο συνολικής ματαίωσης της ανάκτησης των προϊόντων εγκλήματος από το Δημόσιο.

Εάν εφαρμοστεί ο προτεινόμενος χρόνος ισχύος των διατάξεων της Αρχής, θα αποδοθούν τα προ ετών δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία των υπόπτων για βαρύτατα εγκλήματα, που εκκρεμούν ενώπιον της Δικαιοσύνης και έτσι θα ευνοηθούν οι δράστες με την μεγαλύτερη παραβατικότητα. Εάν συμβεί αυτό, θα ματαιωθεί στο σύνολό του ο βασικός σκοπός του ποινικού δικαίου, που στην περίπτωση του «μαύρου χρήματος» είναι η γενική πρόληψη του βαρέως οικονομικού εγκλήματος.

Πέραν όμως των συνεπειών που θα έχει στο εσωτερικό η τόσο μικρή διάρκεια ισχύος των διατάξεων δέσμευσης της Αρχής, κίνδυνοι γεννώνται και για την διεθνή αξιοπιστία της Χώρας. Η Ελλάδα πρόσφατα αξιολογήθηκε από τον διεθνή ειδικό για τον έλεγχο του «μαύρου χρήματος» διακυβερνητικό φορέα (FATF) για την αποτελεσματικότητα της στην καταπολέμηση του φαινομένου αυτού και βαθμολογήθηκε με την μέγιστη δυνατή διάκριση «regular follow-up», την οποία κατέχουν μόλις οκτώ χώρες στον κόσμο.

Βάση για την επιτυχία αυτή απετέλεσε η εξαίρετη λειτουργία της Αρχής, της οποίας η ανεξαρτησία και αποτελεσματικότητα, κρίθηκε διεθνώς πρότυπη. Η εν λόγω αξιολόγηση επιδρά σημαντικά στην πιστοληπτική ικανότητα των δημοσίων και ιδιωτικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών της Χώρας και συντελεί στην προσέλκυση υγιών επενδύσεων.

Επομένως η μαζική κατάργηση των διατάξεων δέσμευσης της Αρχής θα κλονίσει την άριστη διεθνή εικόνα της Χώρας στον τομέα αυτό, με απρόβλεπτες συνέπειες στον τομέα των επενδύσεων.

Εάν το ζητούμενο είναι ο, σε κάθε περίπτωση, (αυτόματος) περιορισμός της διάρκειας των διατάξεων της Αρχής, αυτό θα πρέπει να ρυθμιστεί στο πλαίσιο της γενικότερης νομικής αξιολόγησης του εννόμου αγαθού που πρόκειται να προστατευθεί, εν προκειμένω της περιουσίας. Ο προτεινόμενος χρονικός περιορισμός της ισχύος των διατάξεων της Αρχής, εκτός από ανέφικτος, είναι και νομικά ανακόλουθος προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.

Συγκεκριμένα δεν μπορεί να αξιολογείται το αγαθό της προσωπικής ελευθερίας ως ίσης αξίας με εκείνο της περιουσίας και να υιοθετείται ο ίδιος χρόνος διάρκειας τόσο για την προσωρινή κράτηση όσο και για το μέτρο περιουσιακής δέσμευσης (18 μήνες).

Εξ άλλου τόσο στην περίπτωση των δεσμεύσεων όσο και στην περίπτωση των κατασχέσεων περιουσίας, η στέρηση του δικαιώματος επί της περιουσίας δεν είναι οριστική ούτε καθολική (όπως συμβαίνει στην δέσμευση της προσωπικής ελευθερίας στην προσωρινή κράτηση) , αφού ο δικαιούχος μπορεί να διαθέσει το δικαίωμά του με άλλους νομικά παραδεκτούς τρόπους πλην της φυσικής παραδόσεως του πράγματος.

Προτείνουμε, στην περίπτωση των διατάξεων της Αρχής αλλά και σε όλες τις περιπτώσεις κατασχέσεων περιουσιακών στοιχείων, η διάρκεια των δεσμεύσεων περιουσίας να μην είναι μικρότερη των τριών ετών και μεγαλύτερη των πέντε».