Αύξηση των εξαγωγών ελληνικών ψαριών και επενδύσεις ύψους 97 εκατ. ευρώ το 2018 σε ένα περιβάλλον εξαιρετικά έντονου ανταγωνισμού ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του κλάδου, όπως καταγράφονται στην 5η ετήσια απολογιστική έκθεση του Συνδέσμου Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών για το 2019.

Παράλληλα μεταξύ των σημαντικότερων εξελίξεων  ήταν η δημιουργία της εθνικής ταυτότητας για το ελληνικό προϊόν «Fish From Greece».

Οι πωλήσεις σε τσιπούρα και λαβράκι ανήλθαν το 2018 σε 106.500 τόνους, αξίας 502 εκατ. ευρώ. Κατέγραψαν αύξηση ως προς τον όγκο πωλήσεων σε σχέση με το προηγούμενο έτος, χωρίς ωστόσο αυτή η τάση να ακολουθήσει και την αξία πωλήσεων η οποία παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη λόγω της πίεσης που δέχτηκαν οι τιμές και για τα δύο είδη.

Σχετικά με τις εξαγωγές, σύμφωνα με την έκθεση του ΣΕΘ, ο κλάδος επιβεβαίωσε και τη χρονιά που πέρασε τον εξαγωγικό του χαρακτήρα και τη θετική συνεισφορά του στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Συγκεκριμένα, το 79% των πωλήσεων (87.155 τόνοι) αξίας σχεδόν 400 εκατ. ευρώ διατέθηκε σε 32 χώρες και το υπόλοιπο στην εγχώρια αγορά. Οι κυριότερες αγορές παραμένουν παραδοσιακά η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία, όπου και οι τρείς μαζί απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής παραγωγής (59% το 2018).

ΕΞΑΓΩΓΕΣ

Σε επίπεδο επενδύσεων, εκτός από την σύμπραξη δύο διεθνών επενδυτών (Ammera Capital και Mubadala Investment Company) και την είσοδό τους στην ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια, οι επιχειρήσεις του κλάδου ξεκίνησαν την υλοποίηση συγχρηματοδοτούμενων επενδυτικών σχεδίων συνολικού ύψους 96,8 εκατ. ευρώ με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους.

Με αφορμή την έκδοση της ετήσιας έκθεσης, ο γενικός διευθυντής του ΣΕΘ, Γιάννης Πελεκανάκης, δήλωσε: «Παρόλο που ο κάδος βρίσκεται επιχειρηματικά σε ένα μεταβατικό στάδιο λόγω της εν εξελίξει διαδικασίας αναδιάρθρωσης των μεγαλύτερων εταιρειών, υλοποιεί μεθοδικά ένα πολυσύνθετο στρατηγικό πλάνο για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς του βασιζόμενο κυρίως στη δημιουργία εθνικής ταυτότητας των προϊόντων και στην επίτευξη οικονομιών κλίμακας. Το πλάνο αυτό υλοποιείται και τη χρονιά που διανύουμε, ενώ θα συνεχιστεί και το 2020. Πρέπει, ωστόσο, να συνοδευτεί και από τις απαραίτητες θεσμικές μεταρρυθμίσεις διαφορετικά δεν θα επιτευχθεί ο αναμενόμενος ρυθμός ανάπτυξης, με τα αναμενόμενα για τις τοπικές κοινωνίες και την ελληνική κοινωνία».