Στις ειδικές πρόνοιες που πρέπει να υπάρξουν από ορκωτούς λογιστές, ελεγκτικές εταιρείες και επιχειρήσεις στη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων κατά την πανδημία του κορωνοϊού αναφέρεται ο Α΄ Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχου (ΕΛΤΕ) Παναγιώτης Γιαννόπουλος σε άρθρο του που φιλοξενείται στο μηνιαίο ενημερωτικό δελτίο του ΣΕΒ.

Σύμφωνα με τον κ. Γιαννόπουλο, η κρίση πανδημίας του κορονοϊού COVID-19,οι οικονομικές της επιπτώσεις και η αβεβαιότητα που επικρατεί, δημιουργεί όσο ποτέ άλλοτε την ανάγκη για την βελτίωση της ποιότητας στην παροχή χρηματοοικονομικής πληροφόρησης προς τους επενδυτές και τους λοιπούς ενδιαφερόμενους φορείς. Για το σκοπό αυτό όλες οι εποπτικές αρχές τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε διεθνές επίπεδο εξέδωσαν άμεσα οδηγίες και κατευθύνσεις αναφορικά με τις απαιτήσεις της λογιστικής και χρηματοοικονομικής πληροφόρησης που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων του COVID-19,κατά την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων.

«Όλες επισημαίνουν, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι οι υπεύθυνοι σύνταξης των οικονομικών καταστάσεων πρέπει να είναι σε εγρήγορση όχι μόνο για το τι έχει συμβεί κατά την ημερομηνία αναφοράς των οικονομικών καταστάσεων, αλλά και τι αναμένεται να συμβεί τόσο μέχρι την ημερομηνία έγκρισης για την έκδοσή τους, αλλά και στη συνέχεια», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Α΄ Αντιπρόεδρος της ΕΛΤΕ.

Στη ίδια βάση υπογραμμίζει πως οι εταιρείες που δημοσιεύουν ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις πρέπει να αποτυπώνουν τις οικονομικές επιπτώσεις σύμφωνα με το ΔΛΠ 34- “Ενδιάμεση χρηματοοικονομική πληροφόρηση”, παρέχοντας παράλληλα αξιόπιστες πληροφορίες που σχετίζονται με την κατανόηση της οικονομικής θέσης και την απόδοση της εταιρείας. 

Όπως τονίζει, οι σημαντικές περιοχές που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων για τις εταιρείες που δεν έχουν ακόμη εκδώσει ετήσιες οικονομικές καταστάσεις αλλά και για εκείνες που θα εκδώσουν ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις είναι : 

Αρχή της συνέχισης της δραστηριότητας (Going Concern): Δεδομένων των συνθηκών, αυξήθηκε τόσο η αβεβαιότητα σχετικά με τις προβλέψεις για τις οικονομίες παγκοσμίως όσο και η αβεβαιότητα σχετικά με τις προοπτικές για πολλές επιχειρήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, οι ελεγκτές θα πρέπει να εξετάσουν με ιδιαίτερη προσοχή την εκτίμηση της διοίκησης σχετικά με την ικανότητα των οντοτήτων να συνεχίσουν την δραστηριότητα τους (Going Concern). Στην αντίθετη περίπτωση, εφόσον δηλαδή δεν υπάρχει δυνατότητα για συνέχιση της δραστηριότητας, η εταιρεία οφείλει κατά την σύνταξη των οικονομικών της καταστάσεων να παρουσιάσει τα στοιχεία που εμπεριέχονται σε αυτές σε ρευστοποιήσιμες αξίες. 

Μη διορθωτικά Μεταγενέστερα γεγονότα/Γνωστοποιήσεις/Απομείωση: Καθώς η κρίση της πανδημίας του κορωνοϊού έλαβε χώρα μετά το τέλος της οικονομικής χρήσης 2019 (31η Δεκεμβρίου- ημερομηνία ισολογισμού για τις περισσότερες επιχειρήσεις), αποτελεί μεταγενέστερο γεγονός και μάλιστα «μη διορθωτικό» – σύμφωνα με το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 10 (ΔΛΠ 10), αλλά και το Ν.4308/2014 περί Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων – και ως εκ τούτου οι επιχειρήσεις οφείλουν να προβούν σε γνωστοποιήσεις (σημειώσεις στο προσάρτημα) στις οικονομικές τους καταστάσεις, οι οποίες θα αναφέρουν τη φύση του γεγονότος και μία εκτίμηση της οικονομικής επίπτωσής του ή μία δήλωση στην περίπτωση που μία τέτοια εκτίμηση δεν είναι εφικτή. 

Αντίστοιχη αξιολόγηση και σημαντική κρίση πρέπει να διενεργήσουν οι εταιρείες κατά τη δημοσίευση των ενδιάμεσων οικονομικών τους καταστάσεων. Συνεπώς, στις επερχόμενες ενδιάμεσες οικονομικές τους καταστάσεις , οι εταιρείες πρέπει να αποτιμήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία και να αναγνωρίσουν, όπου απαιτείται, τις σχετικές ζημίες απομείωσης. 

«Για παράδειγμα οι εταιρείες πρέπει να επιμετρήσουν τις αναμενόμενες πιστωτικές ζημιές από απαιτήσεις σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 «Χρηματοοικονομικά Μέσα» και να εξετάσουν την ανακτησιμότητα των άυλων περιουσιακών στοιχείων τους όπως η υπεραξία, βάσει του ΔΛΠ 36 «Απομείωση Περιουσιακών Στοιχείων», σημειώνει ο κ. Γιαννόπουλος και τονίζει πως πιθανότατα ζημίες θα προκύψουν και από περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που επιμετρούνται στην εύλογη αξία, η οποία προσδιορίζεται βάσει των αρχών του ΔΠΧΑ 13 «Επιμέτρηση Εύλογης Αξίας». 

Στο σημείο αυτό ξεκαθάρισε πως σε περίπτωση βελτίωσης των συνθηκών και του οικονομικού κλίματος γενικότερα σε μεταγενέστερες περιόδους, οι ζημίες απομείωσης καθώς και οι ζημίες από αποτίμηση στην εύλογη αξία μπορεί να αναστραφούν και να αναγνωρισθούν κέρδη (με εξαίρεση την ζημία που προκύπτει από την απομείωση της υπεραξίας, η οποία μεταγενέστερα δεν αναστρέφεται για αναγνώριση κέρδους). 

«Στο νέο αυτό περιβάλλον όπου η οικονομία αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, η παροχή αξιόπιστης και υψηλής ποιότητας χρηματοοικονομική πληροφόρηση αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη για την ελαχιστοποίηση των συνεπειών αυτής της κρίσης στις επιχειρήσεις και την βελτίωση του οικονομικού κλίματος», τόνισε ο Α΄ Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχου.