Sustainability
13-09-2021 | 07:50

Ενεργειακή μετάβαση: Προκλήσεις και ευκαιρίες για την εγχώρια εφοδιαστική αλυσίδα και την αγορά εργασίας

Μοιράσου το
Ενεργειακή μετάβαση: Προκλήσεις και ευκαιρίες για την εγχώρια εφοδιαστική αλυσίδα και την αγορά εργασίας

Οι παγκόσμιες δράσεις για το κλίμα και τη βιώσιμη ανάπτυξη, όπως αυτές εκφράζονται στη Συμφωνία των Παρισίων για την Κλιματική Αλλαγή και την Ατζέντα των Ηνωμένων Εθνών για το 2030, αλλά και περιφερειακές στρατηγικές όπως η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, καθιστούν την ενεργειακή μετάβαση ως βασικό στόχο. Πρόσφατη αξιολόγηση των χωρών ως προς την ετοιμότητα και την απόδοση τους σε όρους ενεργειακού μετασχηματισμού (Γράφημα 1), αναδεικνύει τη μεγάλη διαδρομή που θα πρέπει να καλύψουν προκειμένου να πετύχουν την ενεργειακή μετάβαση εντός του επιθυμητού χρονικού ορίζοντα αλλά και με περιορισμένες τις αρνητικές κοινωνικό-οικονομικές επίπτωσης μιας βεβιασμένης μετάβασης. 

Εικόνα
Πηγή: WEF (2020). Ο Δείκτης Ενεργειακής Μετάβασης (Energy Transition Index- ΕΤΙ) κατατάσσει συνολικά 115 χώρες σχετικά με τις επιδόσεις του ενεργειακού τους συστήματος και την ετοιμότητά τους για μετάβαση σε ένα ασφαλές, βιώσιμο, προσιτό και αξιόπιστο ενεργειακό μέλλον. Τιμές δείκτη για το 2020 σε κλίμακα από 0 έως 100%. Η Σουηδία κατατάσσεται πρώτη (1) και η Αϊτή κατατάσσεται τελευταία (115) σύμφωνα με το δείκτη ETI 2020. Ο δείκτης ETI (2020 Energy Transition Index) είναι ο μέσος όρος των δύο δεικτών: απόδοση του συστήματος (System performance) και ετοιμότητα μετάβασης (Transition readiness). Η απόδοση του συστήματος παρέχει μια αξιολόγηση του ενεργειακού συστήματος των χωρών σε σχέση με: την ικανότητα υποστήριξης της οικονομικής ανάπτυξης, καθολική πρόσβαση σε έναν ασφαλή και αξιόπιστο ενεργειακό εφοδιασμό και περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Η ετοιμότητα μετάβασης αξιολογεί την παρουσία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για την ικανότητα του ενεργειακού συστήματος να ανταποκρίνεται στις επιταγές της μετάβασης. Η ετοιμότητα για ενεργειακή μετάβαση λαμβάνει υπόψη την πολιτική σταθερότητα και το επίπεδο πολιτικής δέσμευσης, το επενδυτικό κλίμα και την πρόσβαση σε κεφάλαιο, το επίπεδο συμμετοχής των καταναλωτών, την ανάπτυξη και την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών (WEF, 2020).

Η ενεργειακή μετάβαση αναμένεται να μειώσει τη ζήτηση για εργασία, αγαθά και υπηρεσίες στους τομείς εντάσεως ενέργειας και στις βιομηχανίες εξόρυξης (άνθρακας, πετρέλαιο, φυσικό αέριο). Από την άλλη πλευρά, οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα πρέπει να έχουν άμεση θετική επίδραση στην απασχόληση και έμμεση θετική επίδραση σε τομείς που παρέχουν εισροές σε αυτές τις επενδύσεις. Η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα αυξάνει τη ζήτηση για συγκεκριμένες νέες δεξιότητες του εργατικού δυναμικού(π.χ. νέες μεθόδους σχεδιασμού και κατασκευής, ανάπτυξη και χρήση νέων υλικών και τεχνολογιών, νέες ενεργειακά αποδοτικές τεχνικές λύσεις, ανάπτυξη και χρήση μετρήσεων ενεργειακής απόδοσης και εκπομπών άνθρακα). Όσο πιο γρήγορη είναι η τεχνολογική μετάβαση, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα τα υπάρχοντα συστήματα κατάρτισης και εκπαίδευσης να μην είναι σε θέση να παρέχουν τις απαραίτητες δεξιότητες. 

Οι επιπτώσεις της ενεργειακής μετάβασης στην αγορά εργασίας υπογραμμίζουν την ανάγκη για προσεκτική εξέταση των πολιτικών αξιοποίησης του εγχώριου ανθρώπινου δυναμικού και της εγχωρίας εφοδιαστικής αλυσίδας (Tsani, 2021). Οι πολιτικές εγχώριου δυναμικού στοχεύουν στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας πέραν αυτής που προέρχεται άμεσα από τις δραστηριότητες παραγωγής ενέργειας, καθώς και στη δημιουργία ευκαιριών για απασχόληση, καινοτομία και μεταφορά τεχνογνωσίας. Στην πιο απλή, και ενδεχομένως λιγότερο αποτελεσματική μορφή τους, οι πολιτικές εγχώριου δυναμικού προβλέπουν την ελάχιστη χρήση προϊόντων και υπηρεσιών που παράγονται σε τοπικό επίπεδο μέσω συγκεκριμένων νόμων και κανονισμών που ισχύουν για τους επενδυτές. Οι πιο προηγμένες, και μάλλον αποδοτικότερες εκδοχές των πολιτικών εγχώριου δυναμικού, υπερβαίνουν τις κανονιστικές απαιτήσεις για αγαθά και υπηρεσίες και στοχεύουν στη διευκόλυνση της εγχώριας καινοτομίας, τη μεταφορά γνώσης και την ενσωμάτωση των εγχώριων προμηθευτών στη διεθνή εφοδιαστική αλυσίδα.

Αρκετές ανεπτυγμένες (π.χ. Καναδάς, ΗΠΑ, Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία) και αναπτυσσόμενες (π.χ. Κίνα, Βραζιλία, Αργεντινή, Ινδία, Νότια Αφρική) χώρες συμπεριλαμβάνουν τις πολιτικές εγχώριου δυναμικού στις στρατηγικές τους για πράσινη ανάπτυξη (π.χ. Οντάριο-Καναδάς: Oι συμβάσεις για την παραγωγή αιολικής ενέργειας απαιτούν ορισμένες εισροές να προέρχονται από την τοπική αλυσίδα παραγωγής, Ισπανία: οι πολιτικές εγχώριου δυναμικού σχετίζονται με την αξιοσημείωτη ανάπτυξη της Gamesa ως μιας παγκόσμιας εταιρείας στο τομέα της αιολικής ενέργειας, Νότια Αφρική: Το Green Economy Accord έχει χρησιμοποιηθεί για την κάθετη συνεργασία μεταξύ της κυβέρνησης, των επιχειρήσεων και της εργατικής κοινότητας). 

Οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές υλοποιούνται συχνά από μεγάλες εταιρείες, οι οποίες διαθέτουν καλά εδραιωμένες διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού. Τα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας χαρακτηρίζονται επίσης από ένταση κεφαλαίου και προχωρημένων τεχνικών γνώσεων. Εάν δεν ληφθούν έγκαιρα μέτρα στις χώρες όπου υλοποιούνται τα ενεργειακά έργα, εντός των πλαισίων των αποτελεσματικών και ανταγωνιστικών αγορών, τότε η τοπική εφοδιαστική αλυσίδα και το εργατικό δυναμικό μπορεί να μην μπορούν να ανταποκριθούν και να επωφεληθούν άμεσα από τα έργα. Οι κατάλληλα σχεδιασμένες πολιτικές εγχώριου δυναμικού μπορούν να αντιμετωπίσουν έγκαιρα προβλήματα ασύμμετρης πληροφόρησης και χρονικής υστέρησης. Πέρα από τον πιθανό θετικό αντίκτυπο στην τοπική αλυσίδα εφοδιασμού και τις αγορές εργασίας, οι πολιτικές εγχώριου δυναμικού μπορεί: i) να δράσουν καταλυτικά στην δυναμική των φιλόδοξων πολιτικών για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ii) να υπερκεράσουν τα υφιστάμενα εμπόδια στην μεταφορά τεχνογνωσίας μεταξύ διαφορετικών φορέων της αγοράς και iii) να επιταχύνουν την είσοδο στην παγκόσμια αγορά για νεοφυείς επιχειρήσεις και ιδέες που παράγονται εγχώρια με σημαντικό αντίκτυπο στον  ανταγωνισμό και την διάχυση της καινοτομίας. Σε κάθε περίπτωση ο σχεδιασμός των κατάλληλων πολιτικών εγχώριου δυναμικού έχει να αντιμετωπίσει προκλήσεις που σχετίζονται με: i) την τεχνολογική πολυπλοκότητα, ii) την υπάρχουσα εγχώρια ικανότητα και iii) τον χρόνο που απαιτείται για τη δημιουργία σχέσεων μεταξύ του ενεργειακού τομέα και της τοπικής οικονομίας. Μικρές οικονομίες με ισχνή βιομηχανική βάση, όπως η Ελλάδα, μπορεί να δυσκολευτούν να παράσχουν γρήγορες ανταγωνιστικές εισροές (αγαθά και υπηρεσίες) σε έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. 
Η επιστημονική ανάλυση σε θέματα ενέργειας και δημοσίων πολιτικών, βιομηχανικής οργάνωσης, και οικονομικής ανάπτυξης δείχνει πως πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά οι πολιτικές αξιοποίησης εγχώριου δυναμικού προκειμένου οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σε ενεργειακά έργα να αποφέρουν επιπρόσθετα κοινωνικό-οικονομικά οφέλη. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω το έργο Ενεργειακή Διακυβέρνηση για την Αειφόρο Ανάπτυξη (ENERGO) διερευνά τις δημόσιες πολιτικές που σχετίζονται με την αξιοποίηση του εγχώριου ανθρώπινου δυναμικού και της εγχώριας εφοδιαστικής αλυσίδας για τη βιώσιμη διαχείριση ενεργειακών έργων στην Ελλάδα. Το έργο υλοποιείται από το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων σε συνεργασία με το Norwegian Institute of International Affairs από τη Νορβηγία. Το έργο χρηματοδοτείται από το EEA Grants 2014-2021 και έχει διάρκεια 36 μήνες (Απρίλης 2021-Απρίλης 2024).

Το ENERGO στοχεύει στην ανάπτυξη συνεργασιών, την παραγωγή και την ανταλλαγή επιστημονικής γνώσης μεταξύ των εταίρων του έργου και των ενδιαφερόμενων μερών από την Ελλάδα και τη Νορβηγία (ερευνητές, ακαδημαϊκοί, φοιτητές, τοπικές κοινωνίες, επενδυτές, υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, κ.α.) σε θέματα πολιτικών εγχώριου δυναμικού  και εξάγει χρήσιμες συστάσεις πολιτικής σχετικά με τις βιώσιμες και χωρίς αποκλεισμούς ενεργειακές πολιτικές στην Ελλάδα. Τα αποτελέσματα του έργου τροφοδοτούν την ανάπτυξη εκπαιδευτικού υλικού, τη μεταφορά γνώσης και ικανοτήτων και την ενημέρωση με σκοπό να υποστηρίξουν το επιστημονικά τεκμηριωμένο δημόσιο και πολιτικό διάλογο.

Πηγές: 

Tsani, S. (2021) Energy transition, sustainability, and labour market policies: Implications and recommendations for the South Mediterranean countries. FEMISE Network/Center for Mediterranean Integration (CMI) COVID-19 MED Policy Briefs, Medbrief 17. COVID-19 Implications in the Mediterranean. April 2021.

WEF (2020). WEF Fostering Effective Energy Transition 2020 Edition. World Economic Forum, Switzerland.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Στέλλα Τσάνη
Στέλλα Τσάνη

Η Στέλλα Τσάνη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Κατέχει Διδακτορικό Δίπλωμα στα Οικονομικά και τις Επιχειρήσεις από το University of Reading του Ηνωμένου Βασιλείου. Έχει πάνω από 10 χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας με πολυτομεακά δίκτυα στο τρίγωνο της γνώσης. Έχει συμμετάσχει σε περισσότερα από 30 ερευνητικά προγράμματα χρηματοδοτούμενα από εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς (Ευρωπαϊκή Επιτροπή 7ο ΠΠ & Ορίζοντας 2020, Διευθύνσεις ΕΕ, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Παγκόσμια Τράπεζα, Υπουργείο Περιβάλλοντος Κύπρου κ.λπ.). Η έρευνα της εστιάζει σε θέματα δημόσιας οικονομικής και πολιτικής, στα οικονομικά των φυσικών πόρων με έμφαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τους υδρογονάνθρακες και το νερό, Water-Energy-Food-Ecosystems Nexus, στη βιώσιμη ανάπτυξη, στα θεσμικά οικονομικά, στις αγορές εργασίας, στην τεχνολογική καινοτομία, στα υποδείγματα ενέργειας-οικονομίας-περιβάλλοντος, στη μίκρο- και στη μάκρο-οικονομική ανάλυση. Έχει συνδράμει συμβουλευτικά σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο σε θέματα αειφόρου ανάπτυξης, ενέργειας, περιβάλλοντος και δημόσιων πολιτικών. Οι δημοσιεύσεις της εμφανίζονται σε επιστημονικά περιοδικά με κριτές (ενδεικτικά Economics letters, Energy Economics, Economic Systems, Science of the Total Environment, Resources Policy), σε συλλογικούς τόμους και στα μέσα ενημέρωσης.