Επιχειρήσεις | Τράπεζες
24-12-2021 | 19:31

Τράπεζες: Η φορολογική δήλωση της επιχείρησης «διαβατήριο» για την πρόσβαση σε δανεισμό

Νένα Μαλλιάρα
Μοιράσου το
Τράπεζες: Η φορολογική δήλωση της επιχείρησης «διαβατήριο» για την πρόσβαση σε δανεισμό
live updates: Ανανεώθηκε πριν

 Όλο και πιο βαθιά στα αίτια της περιορισμένης χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και δη των μικρότερων από το τραπεζικό σύστημα, πηγαίνει η συζήτηση μεταξύ φορέων της Πολιτείας και τραπεζών. 

Στην Έκθεσή του για τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας από τις τράπεζες, που προέκυψε κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής στη συνεδρίασή της της 17ης Δεκεμβρίου 2020, το Ελεγκτικό Συνέδριο βρίσκει σε δυσαρμονία με τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, τα δάνεια που χορηγούν οι τράπεζες σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, με τις τράπεζες να ανταπαντούν δίνοντας τις διαστάσεις του πραγματικού προβλήματος  προσφοράς και ζήτησης.  

 Όπως αναφέρει στην Έκθεσή του το Ελεγκτικό Συνέδριο, η ακαθάριστη ροή νέας χρηματοδότησης προς τις Μη Χρηματοπιστωτικές Επιχειρήσεις που χορηγήθηκε απευθείας από τις τράπεζες, χωρίς τη συνδρομή χρηματοδοτικών εργαλείων άλλων φορέων, ανήλθε σε περίπου 9,9 δισ. ευρώ το 2020 και σε περίπου 3,8 δισ. ευρώ το οκτάμηνο του 2021. Η χρηματοδότηση προς τα νοικοκυριά παραμένει αδύναμη (με τις ακαθάριστες ροές να ανέρχονται σε 1,5 και 1,1 δισ. ευρώ το 2020 και το οκτάμηνο του 2021 αντίστοιχα) αν και κατά το 2021, με βάση τις ακαθάριστες μέσες μηνιαίες ροές χρηματοδότησης, παρατηρείται μία τάση μικρής ενίσχυσης. 

Το Ελεγκτικό Συνέδριο αναφέρει ότι για μια οικονομία, στην οποία το ακαθάριστο εθνικό προϊόν και οι καταθέσεις στις τράπεζες προσεγγίζουν τα 200 δισ. ευρώ, είναι μικρά τα ποσά των χορηγηθέντων νέων δανείων όταν αυτά είναι της τάξεως των 3,8 δισ. ευρώ για τις επιχειρήσεις και 1,1 δισ. για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια. 

Όπως επισημαίνει υφίστανται τουλάχιστον τρία εξαιρετικού χαρακτήρα αίτια που εξηγούν τη μειωμένη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας από τις τράπεζες: (i) τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, (ii) η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση, και (iii) η ηθική χαλάρωση λόγω καθυστερήσεων στη ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων των κόκκινων δανείων. 

Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποδέχεται επίσης ότι μπορεί να μην υπάρχει ζήτηση επιχειρηματικών ή στεγαστικών δανείων, λόγω ύφεσης ή λόγω ικανοποίησης της σχετικής ανάγκης με άλλον τρόπο. Ή μπορεί οι προτάσεις εκ μέρους των αιτουμένων δάνειο να μην κρίνονται από τις τράπεζες επαρκώς αξιόπιστες είτε καθεαυτές, όταν πρόκειται για επιχειρηματικές ιδέες, είτε διότι δεν συνοδεύονται από ικανοποιητικές εξασφαλίσεις ως εχέγγυα υπέρ της τράπεζας. Και επίσης διότι οι τράπεζες, με δική τους πρωτοβουλία, μπορεί να έχουν υιοθετήσει θεμιτά, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής τους στρατηγικής, συντηρητική πολιτική ανάληψης κινδύνων δανειοδότησης, θεωρώντας ότι έτσι διασφαλίζουν καλύτερα τα συμφέροντά τους. 

Από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών έχει αναφερθεί ότι  λίγες είναι οι ελληνικές επιχειρήσεις που θεωρούνται “bankable”, δηλαδή αξιόχρεες με τραπεζικά κριτήρια. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕΤ, από τις περίπου 800.000 επιχειρήσεις που είναι εγγεγραμμένες στο σχετικό μητρώο, αυτές που μπορούν να έχουν μία ικανοποιητική λειτουργία και φορολογική παρουσία είναι περίπου 100.000, εκ των οποίων, οι “bankable” δεν ξεπερνούν τις 35.000 με 40.000. Ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό των εν λόγω επιχειρήσεων εμφανίζει συνεχείς ζημιογόνες χρήσεις, ή δεν διαθέτει φορολογική ή ασφαλιστική ενημερότητα. 

Από τις τοποθετήσεις τους στην Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι τράπεζες διαφωνούν με το ότι οι στρόφιγγες της χρηματοδότησης παραμένουν σε χαμηλή ροή. 

Είναι χαρακτηριστικές οι επισημάνσεις  που κάνει, ενδεικτικά, η Εθνική Τράπεζα στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Όπως αναφέρεται στην επιστολή του CEO, Παύλου Μυλωνά:

Ο δείκτης ζήτησης δανειακών κεφαλαίων ακολουθεί ήπια πτωτική τροχιά εδώ και μια επταετία, με εξαίρεση το 2020 όταν η αβεβαιότητα και η ενεργοποίηση των κρατικών εγγυήσεων οδήγησαν σε προσωρινή αύξηση της ζήτησης. Παράλληλα, ο δείκτης διαθεσιμότητας τραπεζικών δανείων βρίσκεται σε έντονα ανοδική τροχιά την τελευταία 4ετία, συγκλίνοντας απόλυτα με τον αντίστοιχο της ευρωζώνης το 2021. Η εναπομείνασα απόκλιση από την ευρωζώνη σε ορισμένους δείκτες συρρικνώθηκε το α΄ εξάμηνο και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς στην Ελλάδα με τα υψηλά μη εξυπηρετούμενα δάνεια, είναι πολύ περισσότερες συγκριτικά με την υπόλοιπη ευρωζώνη οι επιχειρήσεις που έχουν δυσκολία να πάρουν δάνειο. Τα παραπάνω προκύπτουν από την έρευνα SAFE της ΕΚΤ για την πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στον τραπεζικό δανεισμό που δημοσιεύτηκε στις 24/11/21 με στοιχεία τέλους α΄ εξαμήνου 2021. 

Περαιτέρω, τα ποσοστά των μη εξυπηρετούμενων δανείων υπερέβησαν το 60% για ατομικές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες την τελευταία 4ετία, με σημαντικό ποσοστό αυτών να συσσωρεύουν παράλληλα υποχρεώσεις προς προμηθευτές τους, τη φορολογική αρχή και τα ασφαλιστικά ταμεία.  

Το παραπάνω έρχεται να συνδυαστεί με ένα άλλο χαρακτηριστικό του ελληνικού επιχειρηματικού τομέα που αφορά τον ρόλο των πολύ μικρών (κυρίως ατομικών) και των μικρών επιχειρήσεων που αντιστοιχούν διαχρονικά στο 95% του επιχειρηματικού πληθυσμού (ανερχόταν σε περίπου 870.000 το 2020). Οι περισσότερες από αυτές ουδέποτε έκαναν χρήση τραπεζικής χρηματοδότησης, βασιζόμενες μόνο στις οργανικά παραγόμενες χρηματορροές τους, αλλά και εν μέρει σε άτυπες μορφές πίστωσης όπως οι μεταχρονολογημένες επιταγές και πιστώσεις μεταξύ συναλλασσόμενων επιχειρήσεων, ακόμη και σε περιόδους άνθησης του τραπεζικού δανεισμού που τα πιστωτικά κριτήρια ήταν πιο χαλαρά. Μάλιστα διαχρονικά, το 40% των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων δηλώνουν ότι δεν χρειάζονται τραπεζικό δανεισμό. 

Σημαντικός αριθμός μικρών επιχειρήσεων συνεχίζει να θεωρεί ότι η διατήρηση μικρού μεγέθους προσφέρει πλεονεκτήματα κόστους και ικανοποιεί παραμέτρους βιωσιμότητας και ευελιξίας (τυπικής ή άτυπης) που αντισταθμίζουν τη δυσκολία πρόσβασης σε εξωτερικό δανεισμό. Ενδεικτικό της δομής και κατάστασης του εταιρικού τομέα είναι επίσης το γεγονός ότι το 2019 μόνο 60.000 επιχειρήσεις υποκείμενες στον φόρο νομικών προσώπων δήλωσαν ετήσιο φορολογητέο επιχειρηματικό εισόδημα άνω των 10.000 ευρώ  στην Εφορία, εκ των οποίων μόνο οι 14.000 επιχειρήσεις δήλωσαν εισόδημα άνω των 100.000 ευρώ ετησίως. 

Όσον αφορά την οικονομική δραστηριότητα από επιχειρήσεις που δεν συνιστούν νομικά πρόσωπα, για το 2019, συνολικά 290 χιλιάδες δηλώσεις από 390 χιλιάδες που συμπεριέλαβαν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα ήταν μηδενικές ή δήλωσαν ετησίως λιγότερα από 10.000 ευρώ. Τα εν λόγω μεγέθη επιδεινώθηκαν πιθανότατα περαιτέρω το 2020. 

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.