Ειδήσεις
22-11-2018 | 07:00

Αύξηση του κατώτατου μισθού με μείωση εργοδοτικών εισφορών

Αύξηση του κατώτατου μισθού με μείωση εργοδοτικών εισφορών

Χωρίς αμφιβολία, η αγορά εργασίας είναι αυτή που έχει πληγεί περισσότερο από την οικονομική κρίση

Τα ποσοστά ανεργίας, παρά τις προσπάθειες υλοποίησης πλήθους ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης, παραμένουν σε υψηλά επίπεδα για έβδομη συνεχόμενη χρονιά. Παράλληλα, στον δημόσιο διάλογο κυριαρχεί η απαίτηση για αλλαγή του «παραγωγικού μοντέλου» της οικονομίας και η με κάθε τρόπο παραγωγή και διάθεση «διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων».

Επιπλέον, η κοινωνική κόπωση μετά από οκτώ χρόνια εκπλήρωσης της μεγαλύτερης στον κόσμο δημοσιονομικής προσαρμογής που έχει επιτύχει χώρα παγκοσμίως, έχει οδηγήσει στην απαίτηση για αύξηση της απασχόλησης, ειδικά σε ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού

Κατά τον ΣΒΒΕ αυτό μπορεί να συμβεί, μόνο όμως στο πλαίσιο μιας δυναμικής αναπτυξιακής διαδικασίας, που θα εδράζεται στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων συγκεκριμένων κλάδων και γεωγραφικών περιοχών της χώρας. Μιας ανάπτυξης που θα είναι βιώσιμη, διότι θα στηρίζεται στις δυνατότητες του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας και θα έχει ανατρέψει το «μοντέλο» της κατανάλωσης εισαγόμενων αγαθών.

Κατά το παρελθόν δεν υπήρξε συνέπεια των αυξήσεων των μισθών, κατ’ αρχήν με την παραγωγικότητα εργασίας, αλλά, και με το ευρύτερο περιβάλλον δραστηριοποίησης των επιχειρήσεων, και ειδικά με παράγοντες που το διαμορφώνουν, όπως: η αβεβαιότητα στο μακροοικονομικό πεδίο, το γραφειοκρατικό ρυθμιστικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις, η ικανότητα τεχνολογικής αναβάθμισης των επιχειρήσεων που θα οδηγήσει στον μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, το κόστος χρηματοδότησης των επενδύσεων, το κράτος δικαίου, κλπ.. Συμπληρωματικά με τα παραπάνω, ακόμη και σήμερα υφίσταται υπέρογκο μη μισθολογικό κόστος, το οποίο αποθαρρύνει τις επενδύσεις, αποτρέπει την παραγωγική επέκταση, δημιουργεί στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας, και, εν τέλει, δρα ως «φρένο» στην αναγκαία οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Το σημαντικό αποτέλεσμα αυτής της «αλυσίδας» αρνητικών παραγόντων και στρεβλώσεων, είναι η διαρκής απομείωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας μας, η οποία αποτυπώνεται τόσο με τη βοήθεια δεικτών, όσο και με σημαντικά ποσοτικά στοιχεία όπως για παράδειγμα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η αύξηση του ΑΕΠ, η παραγωγικότητα της εργασίας κλπ.

Ενδεικτικά, την περίοδο 1995 – 2007, το ΑΕΠ παρουσίασε μέση αύξηση 3,9% και ο μέσος ονομαστικός μισθός αύξηση 7%. Το ποσοστό αυτό είναι πολύ υψηλότερο από την αύξηση της παραγωγικότητας εργασίας το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, η οποία αυξήθηκε κατά 2,6%, συγκρινόμενο ακόμη και με την αύξηση του πραγματικού μέσου μισθού που ήταν 3%.

Ακόμη, την περίοδο 2000 – 2009, ενώ η μέση αύξηση μισθών στο σύνολο της οικονομίας είναι 5,7%, για τον δευτερογενή τομέα δεν ξεπέρασε το 4,5%. Την περίοδο 2009 – 2016, δηλαδή την περίοδο της κρίσης, ο πραγματικός μισθός υπέστη μείωση κατά 22,5%, «συμβαδίζοντας» με τη μείωση του ΑΕΠ κατά 22,9%.

Ουσιαστικά, τα παραπάνω ευρήματα «ανατρέπουν» για την Ελλάδα τη βασική αρχή της οικονομικής θεωρίας που λέει ότι η θετική μεταβολή στην αμοιβή της εργασίας, έχει θετική μεταβολή στην παραγωγικότητα της εργασίας. 

Ειδικότερα, και σε ό,τι έχει σχέση με την παραγωγικότητα της εργασίας και τον κατώτατο μισθό, η σωρευτική μεταβολή της παραγωγικότητας εργασίας των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα υπολείπεται της μεταβολής στον κατώτατο μισθό την περίοδο 1993 – 2017 κατά 5%, την περίοδο 2000 – 2017 κατά 0,5% και τη χρονική περίοδο 2013 - 2017 κατά 5,2%. Η μοναδική περίοδος κατά την οποία υπερτερεί η παραγωγικότητα έναντι του κατώτατου μισθού είναι τη χρονική περίοδο 2010 – 2017, με ποσοστό 15,9%, κι αυτό εξ’ αιτίας των μνημονιακών υποχρεώσεων της χώρας, στο πλαίσιο των οποίων μειώθηκε ο κατώτατος μισθός. Τα παραπάνω στοιχεία επιβεβαιώνονται άλλωστε «εκ του αποτελέσματος» δηλαδή από την οικονομική κρίση, και από τα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής που ελήφθησαν, και τα οποία κατά προτεραιότητα αφορούσαν τη μείωση των μισθών.

Συμπληρωματικά με τα παραπάνω, και σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, διαπιστώθηκε έλλειμμα 3,8 δισ. ευρώ στο ισοζύγιο συναλλαγών στο πρώτο εξάμηνο 2018, έναντι ελλείμματος 3,2 δισ. ευρώ στο αντίστοιχο διάστημα του 2017, γεγονός που οφείλεται στην αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών και στη μείωση του πλεονάσματος του ισοζυγίου πρωτογενών εισοδημάτων. Το συγκεκριμένο μέγεθος σχετίζεται άμεσα με την «παραγωγική κατεύθυνση» της οικονομίας, η οποία εξακολουθεί να είναι προσανατολισμένη στις εισαγωγές αγαθών, άρα δεν φαίνεται να μπορεί στο εγγύς μέλλον να ανακάμψει, σε όρους ανταγωνιστικότητας.

Σε κάθε περίπτωση, το γενικότερο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον, μετά την έξοδο της χώρας μας από τα μνημόνια, ουσιαστικά επιτάσσει την αύξηση του κατώτατου μισθού για λόγους καθαρά κοινωνικούς.

Στο πλαίσιο αυτό, και με δεδομένη την αδήριτη ανάγκη ανάληψης πρωτοβουλιών για την ανάταξη της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας, ο ΣΒΒΕ προτείνει την αύξηση του κατώτατου μισθού των εργαζομένων, υπό τις εξής τρεις προϋποθέσεις:

  1. Το ποσοστό αύξησης θα πρέπει να καθορισθεί και να είναι σύμφωνο με τις πραγματικές δυνατότητες ανάληψης του σχετικού κόστους από τις υφιστάμενες επιχειρήσεις.
  2. Αύξηση του κατώτατου μισθού δεν μπορεί να συμβεί, αν δεν υπάρξει ταυτόχρονη μείωση των εργοδοτικών εισφορών και για τους εργαζόμενους και για τις επιχειρήσεις.
  3. Η αύξηση θα πρέπει απαραίτητα να μη συμβεί «ακαριαία», αλλά να συμβεί σταδιακά. Ο ΣΒΒΕ προτείνει η αύξηση να δοθεί τμηματικά σε βάθος τριετίας
     

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.