Το ότι ο κόσμος αλλάζει, δεν χρειάζεται και πολύ για να το καταλάβει κανείς. Μαζί με αυτόν, αλλάζει η φύση της εργασίας, εξαφανίζονται δεκάδες επαγγέλματα, και δημιουργούνται άλλα τόσα νέα. Νέες τεχνολογίες, νέοι τρόποι εργασίας και νέα ζητούμενα ανταγωνιστικότητας διαμορφώνουν ένα πεδίο με αυξημένες απαιτήσεις για εργαζόμενους και επιχειρήσεις.

Ο 21ος αιώνας έχει άλλες απαιτήσεις από το εκπαιδευτικό σύστημα που προετοιμάζει τους πολίτες για να ενταχθούν στην δημοκρατική και την παραγωγική διαδικασία. Τα επόμενα χρόνια, η αλλαγή των μοντέλων παραγωγής, οι σχετικές επενδύσεις που θα γίνουν σ’ αυτό το πλαίσιο και η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών θα αλλάξει το περιεχόμενο των περισσοτέρων επαγγελμάτων και ήδη δημιουργεί ζήτηση για νέες γνώσεις και δεξιότητες. Ήδη, ένα μεγάλο ποσοστό των επαγγελμάτων της επόμενης δεκαετίας δεν έχει εφευρεθεί ακόμα.

Υπό κανονικές συνθήκες η περιγραφόμενη κατάσταση, είναι ένα πλαίσιο ευκαιρίας για όλους. Όμως, οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν βρίσκονται σε θέση να αξιοποιήσουν αυτές τις δυνατότητες. Ο λόγος εντοπίζεται στη μεγάλη δυσκολία που αντιμετωπίζουν προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους σε ανθρώπινο δυναμικό. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΣΕΒ, το 35,6% των επιχειρήσεων αντιμετωπίζει δυσκολίες στην κάλυψη κενών θέσεων εργασίας. Για τις εξωστρεφείς επιχειρήσεις, το ποσοστό είναι 45.9%, ενώ για τις μεγάλες, 44.7%. Στον αντίποδα, η έλλειψη τυπικών προσόντων είναι πρόβλημα μόνο για το 11.5%. Με άλλα λόγια, οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις απαξιώνουν υφιστάμενες δεξιότητες και δημιουργούν ανάγκη για νέες.

Έτσι, η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει ένα παράδοξο. Από τη μία έχει πάρα πολλούς, υπεράριθμους θα έλεγε κανείς, πτυχιούχους και από την άλλη, έχει έλλειψη δεξιοτήτων, όπως: Δεξιότητες διαχείρισης τεχνολογίας στα επαγγέλματα υψηλών προσόντων, βασικής χρήσης της πληροφορικής στα επαγγέλματα μεσαίων προσόντων, αλλά και οριζόντιες δεξιότητες, όπως η συνεργασία, η διά βίου μάθηση, η συνθετική και αναλυτική ικανότητα.

Στο σκληρό ανταγωνιστικό πεδίο της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης αυτές οι ελλείψεις και δυσχεραίνουν την προοπτική εύρεσης εργασίας από τους εργαζόμενους, δημιουργούν σημαντικό κόστος για τις επιχειρήσεις, δεν επιτρέπουν την πλήρη αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και πλήττουν την ανταγωνιστικότητά τους. Έτσι, ο απαραίτητος παραγωγικός μετασχηματισμός που απαιτείται προκειμένου οι ελληνικές επιχειρήσεις να ανταπεξέλθουν στις μεγάλες προκλήσεις του 21ου αιώνα αντιμετωπίζει επιπλέον εμπόδια.

Κανένας κλάδος δεν ξεφεύγει από αυτή την κατάσταση αν και κάποιοι κλάδοι αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα προβλήματα. Το φαινόμενο εμφανίζεται εντονότερο στους κλάδους της ενέργειας (49,2%) και των τεχνολογιών της πληροφορικής και των επικοινωνιών (41,4%). Λιγότερο έντονη είναι η δυσκολία κάλυψης κενών θέσεων στις επιχειρήσεις της αγροδιατροφής (37,1%) και των δομικών υλικών (34,8%), ενώ ακόμα μικρότερη είναι η δυσκολία κάλυψης των κενών θέσεων για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στα logistics (29,6%) και στην υγεία και το φάρμακο (28,4%).

Η μελέτη του ΣΕΒ δίνει κάποιες απαντήσεις για το τι σημαίνει αυτό για επιχειρήσεις και εργαζόμενους: Πρώτον, το σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης δεν καταφέρνει να συμβαδίσει με τα προτάγματα της εποχής. Σπουδές και τα πτυχία χωρίς αντίκρισμα στην αγορά εργασίας δεν διευκολύνουν την είσοδο στην απασχόληση και δεν αποτρέπουν τη μετανάστευση και την αναζήτηση εργασίας σε άλλες χώρες (πιθανότατα σε θέσεις εργασίας που και πάλι δεν θα ανταποκρίνονται στο είδος και στο επίπεδο σπουδών που έχει ακολουθηθεί). Δεύτερον, αυξάνει ο φόρτος εργασίας για το υπόλοιπο προσωπικό της επιχείρησης. Αυτό αναφέρεται ως πρόβλημα για το 25% των επιχειρήσεων. Τρίτον, ειδικά για εξωστρεφείς επιχειρήσεις, αλλά και για τις μεγάλες επιχειρήσεις, αυξάνει και το λειτουργικό κόστος. Τέταρτον, η έλλειψη γνώσεων και δεξιοτήτων έχει ως συνέπεια την καθυστέρηση στην ανάπτυξη νέων προϊόντων και υπηρεσιών (17,0%), ενώ προκαλούνται και δυσκολίες στην εισαγωγή σύγχρονων εργασιακών πρακτικών.

Για να ξεφύγουμε από αυτό το φαύλο κύκλο χρειαζόμαστε σύγχρονες μεθόδους για ψηφιακές, μαθησιακές, ομαδικές δεξιότητες αλλά και μεθόδους μάθησης με βάση την εργασία. Επιπρόσθετα, τα προγράμματα σπουδών πρέπει να συνδεθούν με επιχειρήσεις για την παρακολούθηση των αναγκών της αγοράς εργασίας. Παράλληλα, προγράμματα επανακατάρτισης (reskilling) και αναβάθμισης δεξιοτήτων (upskilling) είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Τέλος, τα συστήματα και οι δομές διοίκησης και ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού των επιχειρήσεων με τη σειρά τους, είναι απαραίτητο να αναβαθμιστούν ώστε να ανταποκριθούν στη νέα πραγματικότητα. Για να το πετύχουμε βέβαια αυτό, πρέπει να απελευθερώσουμε τη δυνατότητα για την ανάπτυξη και την εφαρμογή καινοτομιών στην Εκπαίδευση αλλά και την αυτονομία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.