Άρθρο του Παύλου Γερουλάνου στο insider.gr

 

Τι κάνει έναν χρυσό Ολυμπιονίκη της Αθήνας να εισβάλει στο Καπιτώλιο, τον ναό της Δημοκρατίας που τον πίστεψε και τον ανέδειξε; Τι κάνει έναν βετεράνο του Αμερικανικού στρατού που έθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο, που είδε συναδέλφους του να πεθαίνουν δίπλα του για την ελευθερία, να ξυλοκοπήσει έναν αστυνομικό που το υπερασπιζόταν; Η απάντηση αφορά την ψυχή της Αμερικής, και όχι μόνο.

Ο Μπάιντεν αναλαμβάνει μια διχασμένη Αμερική. Οι μεν βλέπουν τους εαυτούς τους ως «σοβαρούς», υπερασπιστές της δημοκρατίας και των θεσμών και τους αντιπάλους τους ως ανόητους, παραπλανημένους από τον λαϊκισμό. Οι δε βλέπουν τους εαυτούς τους ως «πατριώτες» και τους αντιπάλους τους ως «προδότες». Αν ήταν στο χέρι του καθενός, η πατρίδα τους θα ήταν καλύτερη αν έλειπαν οι «άλλοι».

Μία από τις πολλές διαφορές μεταξύ τους είναι θεμελιακή: Οι «πατριώτες» καταλαβαίνουν πολύ καλά τους «σοβαρούς». Τους ξέρουν διότι έχουν διοικήσει την Αμερική για δεκαετίες. Οι «σοβαροί» όμως δεν μπορούν να καταλάβουν ούτε ποιοι είναι, ούτε τι πιστεύουν, ούτε από πού ήρθαν οι αντίπαλοί τους. Ελπίζουν ότι μετά την ορκωμοσία του Μπάιντεν οι εχθροί τους «θα συρθούν πίσω στα λαγούμια από τα οποία βγήκαν». Θα εκπλαγούν.

Τα νούμερα είναι αποστομωτικά: λίγο λιγότεροι από τους μισούς Αμερικανούς ψηφοφόρους ψήφισαν τον Τραμπ μετά από όσα έχουν συμβεί στην Αμερική: τα προσωπικά σκάνδαλα, τις αποτυχίες στην εξωτερική πολιτική, τις σκοτεινές οικονομικές και διπλωματικές του σχέσεις, το απίστευτο ανθρώπινο κόστος από την πανδημία (πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι θα χάσουν την ζωή τους στην Αμερική ως το τέλος της). Παρά τις αποτυχίες, περίπου 75 εκατομμύρια πήγαν στην κάλπη και είπαν ότι ο Τραμπ είναι ό,τι καλύτερο είχαν. Από αυτούς, οι μισοί είναι Ρεπουμπλικάνοι που ανέχτηκαν τον Τραμπ, τα λόγια και τις πράξεις του, θεωρώντας πως είναι ο καλύτερος ηγέτης που είχε στη διάθεσή του το κόμμα τους. Πολλοί από αυτούς παραδέχθηκαν το λάθος τους όταν τις προηγούμενες εβδομάδες είδαν τη δημοκρατία τους σε κίνδυνο. Οι άλλοι μισοί, 35 περίπου εκατομμύρια ψηφοφόροι δεν ανήκουν σε αυτές τις κατηγορίες. Είναι άνθρωποι που πιστεύουν ότι το αφήγημα του Τραμπ αξίζει με οποιοδήποτε κόστος. Ακόμα και με κόστος τη δημοκρατία. Γιατί; Η απάντηση κρύβεται στις προκλήσεις του ανθρώπου που έρχεται να επουλώσει τα τραύματα που έχει υποστεί η πατρίδα του.

Ο Μπάιντεν αντιμετωπίζει τρεις: Πρώτον, να ενώσει την Αμερική. Δεύτερον, να δυναμώσει τους θεσμούς που παράκαμψε ο Τραμπ. Τρίτον, να πιάσει το νήμα της οικονομίας από εκεί που το άφησε η πανδημία. Είναι πιο μεγάλες από ό,τι φαίνονται.

Ας ξεκινήσουμε ανάποδα: υπό τον Τραμπ η Αμερική είδε την χαμηλότερη ποτέ ανεργία και την πρώτη φορά που ανέβηκε ο κατώτερος μισθός εδώ και δεκαετίες. Δύσκολα θα επαναληφθούν τέτοιες επιδόσεις παρά τα τεράστια ποσά που έχουν επιστρατευτεί για την σωτηρία της οικονομίας. Όμως θα κριθεί από αυτό και όχι από το αν θα σώσει ζωές από την πανδημία. Ο κίνδυνος να έχει την τύχη του Κάρτερ είναι πραγματικός.

Η ενδυνάμωση των θεσμών θα έρθει με κόστος. Η Αμερική υπερηφανεύεται για τη λειτουργία, την ταχύτητα και την ευελιξία των θεσμών της και τη δυνατότητά τους να στηρίζουν τον πολίτη σε ό,τι θέλει να κάνει. Περιορισμοί και διαδικασίες που θα τους προστατεύσουν από «ηγέτες» σαν τον Τραμπ θα έρθουν με περισσότερους νόμους και γραφειοκρατικές διαδικασίες. Με ιατρικούς όρους, οι αρτηρίες της Αμερικής θα σκληρύνουν. Η χώρα θα γεράσει.

Σε ό,τι αφορά την επανένωσή της πατρίδας του, ο Μπάιντεν έχει δύο δρόμους: τον εύκολο και τον δύσκολο. Ο εύκολος είναι να ενώσει τους Δημοκρατικούς με τους Ρεπουμπλικάνους που «έπεσαν από τα σύννεφα» όταν ήρθε να τους λιντσάρει το πλήθος έξω από το Καπιτώλιο. Ο δύσκολος είναι να μιλήσει στα 35 εκατομμύρια που νιώθουν ότι το σύστημα τους ξεπέταξε και δεν έχουν πια τίποτα να χάσουν.

Μιλάμε για τον βετεράνο που επιτέθηκε στο Καπιτώλιο διότι δεν έχει ασφάλεια να αντιμετωπίσει τα ψυχολογικά τραύματα που του άφησε ο πόλεμος. Τους αγρότες και εργάτες που κάποτε πίστεψαν στους Δημοκρατικούς και τώρα βλέπουν τις δουλειές τους να χάνονται από το ελεύθερο εμπόριο που οι τελευταίοι υπερασπίστηκαν. Τους ανθρώπους που χάνουν το βιός τους τώρα που κλείνουν οι πετρελαιοπηγές και τα ανθρακωρυχεία του Ουαϊόμινγκ για να πάμε σε πιο πράσινες πηγές ενέργειας. Τους μεσήλικες που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν τις αλλαγές στις τεχνολογίες για να βρουν δουλειά. Τους νέους με χρέη σε πανεπιστήμια, τα πτυχία των οποίων δεν αρκούν για μια θέση εργασίας. Μια γυναίκα που φοβάται για τη δουλειά της από έναν μετανάστη που δημιούργησαν κάποιοι στη φαντασία της. Τον Ολυμπιονίκη της Αθήνας, που ποτέ δεν κατάφερε να σταθεί στα πόδια του και σήμερα ζει στο αυτοκίνητό του. Με άλλα λόγια, τους Αμερικανούς και τις Αμερικανίδες για τις οποίες το «Αμερικανικό Όνειρο» δεν είναι και πια τόσο ονειρεμένο.

Και εδώ βρίσκονται τα μαθήματα για εμάς. Ο κόσμος αλλάζει σε ταχύτητες που λίγοι μπορούν να παρακολουθήσουν. Όπως κάθε αλλαγή, αφήνει πίσω της έναν κόσμο που εκούσια ή ακούσια πεθαίνει. Ένας θάνατος όμως με πραγματικά θύματα. Με θύματα που είναι έτοιμα να πάνε ενάντια σε ό,τι πιστεύουν για να βρουν ελπίδα. Που είναι έτοιμα να πάρουν πάλι τα λάβαρα του Εμφυλίου και ας είναι γεμάτα ρατσιστικά μηνύματα. (Συχνά, επειδή είναι γεμάτα ρατσιστικά μηνύματα).

Όποιος νομίζει ότι δεν μπορεί να συμβεί αυτό στην Ελλάδα κάνει λάθος. Διότι η επίθεση στο Καπιτώλιο είναι αποτέλεσμα της πολιτικής του φόβου. Και ο φόβος είναι αληθινός τόσο για τους ανθρώπους που στήριξαν τον Τραμπ όσο για αυτούς που στηρίζουν αυταρχικά καθεστώτα στην Κίνα, τη Ρωσία, την Τουρκία, την Ουγγαρία και την Πολωνία. Είναι αληθινός ακόμα και για Έλληνες που κοιτούν σε αυτές τις χώρες και λένε «Ένας τέτοιος μας χρειάζεται και εδώ». Σε αυτήν τη φωλιά του φόβου εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού.

Αν θέλουμε λοιπόν να δημιουργήσουμε μια πραγματικά προοδευτική πρόταση που θα σταθεί με αξιώσεις απέναντι στην ΤΙΝΑ (There Is No Alternative) της Συντήρησης, θα πρέπει να ξεκινήσουμε κατανοώντας, όχι τόσο τους «άλλους», αλλά τον φόβο που κάνει τους «άλλους» να συμπεριφέρονται με τρόπο που δεν καταλαβαίνουμε. Και απέναντι σε αυτό να σχεδιάσουμε πολιτικές που κάνουν τον φόβο ελπίδα. Αλλιώς, ο επόμενος Τραμπ θα είναι χειρότερος.