Ασφυκτικό κλίμα στην ελληνική αγορά έχουν προκαλέσει τα capital controls και η παύση πληρωμών του δημοσίοου προς τους προμηθευτές με τις πιστώσεις  να αποτελούν πλέον τον κανόνα στις συναλλαγές των επιχειρήσεων. 

Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας Atradius, κατά μέσο όρο, to 65,1% της συνολικής αξίας των εγχωρίων πωλήσεων B2B στην Ελλάδα έγινε με πίστωση, τη στιγμή που ο μέσος όρος στη Δυτική Ευρώπη είναι 44,9%. Ακόμα χειρότερα είναι τα στοιχεία σχετικά με τη μέση περίοδο πληρωμής των τιμολογίων. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, «οι περίοδοι πληρωμής που δίνονται από έλληνες ερωτηθέντες σε εγχώριους πελάτες B2B φτάνει κατά μέσο όρο σε 70 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου. Αυτή η μέση τιμή είναι διπλάσια σε μήκος από το μέσο όρο της Ευρώπης (34 ημέρες). Μάλιστα, κατά τα τελευταία δύο χρόνια, η εγχώρια περίοδος πληρωμής στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά ένα μέσο όρο 10 ημερών».  

 

Βροχή εκπρόθεσμων τιμολογίων 

Ένα σημαντικό ποσοστό της συνολικής αξίας των εγχώριων τιμολογίων Β2Β στην Ελλάδα (45%) ήταν εκπρόθεσμα. «Η Ελλάδα κατέγραψε το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό ληξιπρόθεσμων εγχώριων τιμολογίων στη Δυτική Ευρώπη, μετά από εκείνο της Ιταλίας (50,2%), ποσοστό επίσης πάνω από το μέσο όρο της έρευνας (40,2%).

Κατά τα τελευταία δύο χρόνια, το επίπεδο των ληξιπρόθεσμων εγχώριων πληρωμών στην Ελλάδα αυξήθηκε σημαντικά (κατά περίπου 13 ποσοστιαίες μονάδες). Οι εγχώριοι B2B πελάτες ελληνικών επιχειρήσεων κάνουν τις καθυστερημένες πληρωμές τους, κατά μέσο όρο, ένα μήνα μετά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας πληρωμής. Αυτό σημαίνει ότι οι εγχώριοι Β2Β προμηθευτές στην Ελλάδα λαμβάνουν την πληρωμή των τιμολογίων 100 ημέρες μετά την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου. Αυτός είναι ο μεγαλύτερο μέσος όρος διάρκειας πληρωμής σε όλες τις χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα, και είναι σχεδόν διπλάσιο από το μέσο όρο για τη Δυτική Ευρώπη (περίπου 55 ημέρες)».  

 

Οι επιπτώσεις 

Με βάση όλα αυτά τα στοιχεία, είναι λογικό στην ελληνική αγορά να κυριαρχεί η αβεβαιότητα και η δυσπιστία στις συναλλαγές. Το στοιχείο αυτό είναι και το πλέον ανησυχητικό, καθώς δημιουργεί ένα κλίμα οικονομικής δραστηριότητας που θα καλύπτει μόνο τα αναγκαία και θα βασίζεται αποκλειστικά σε συναλλαγές με επιχειρήσεις ήδη γνωστές. 

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις σήμερα η διατήρηση επαρκών ταμειακών ροών και η είσπραξη των ανεξόφλητων τιμολογίων αποτελεί πλέον τη βασική μέριμνα. Αντίθετα, η ανάπτυξη πελατολογίου, η αύξηση του τζίρου και η επέκταση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα. Σύμφωνα με τους ίδιους τους επιχειρηματίες, ο κύριος λόγος για τις καθυστερήσεις αυτές είναι η έλλειψη κεφαλαίων κίνησης. Στο σημείο αυτό, το τραπεζικό σύστημα είναι απόν, για ευνόητους ωστόσο λόγους που έχουν να κάνουν με την περιορισμένη ρευστότητα που και το ίδιο διαθέτει στην τρέχουσα συγκυρία.

Η συνολική αφερεγγυότητα της χώρας, αλλά και τα απανωτά «κανόνια» επιχειρήσεων δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα το οποίο δεν φαίνεται να διορθώνεται σύντομα. Και όσο η κατάσταση παραμένει αρνητική, οι προοπτικές ανάπτυξης συνολικά της ελληνικής οικονομίας είναι ανύπαρκτες.