Μετά από τα θετικά νέα, πρώτον της αναβάθμισης της ελληνικής οικονομίας από τον οίκο πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch Ratings από BB- σε ΒΒ με θετικές προοπτικές (2 θέσεις κάτω από την επενδυτική βαθμίδα) και δεύτερον της επιτυχούς εξόδου στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου με έκδοση ομολόγου 15ετούς διάρκειας (άντληση 2,5 δισ. ευρώ με απόδοση 1,9%), η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) δημοσίευσε τα στοιχεία των καταθέσεων και της χρηματοδότησης του μηνός Δεκεμβρίου 2019.

Όπως αναφέρει η Eurobank στο οικονομικό της δελτίο, το υπόλοιπο των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα στα εγχώρια νομισματικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (ΝΧΙ) ενισχύθηκε περαιτέρω το 2019. Συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο 2019 ανήλθε στα 143,1 δισ. ευρώ σημειώνοντας ετήσια αύξηση κατά 8,6 δισ. ευρώ ή 6,4%. Η εν λόγω ενίσχυση προήλθε κατά 6,7 δισ. ευρώ από τον θεσμικό τομέα των νοικοκυριών και κατά 1,9 δισ. ευρώ από αυτόν των επιχειρήσεων. Σε σύγκριση με το ιστορικό χαμηλό των 121,4 δισ. ευρώ το 2016, η συνολική αύξηση των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα διαμορφώθηκε στα 21,7 δισ. ευρώ ή 17,9%. Η σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των φορέων της οικονομίας στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα μείωσε το κίνητρο του αποθησαυρισμού και αποτέλεσε τον βασικό ερμηνευτικό παράγοντα του προαναφερθέντος αποτελέσματος.

Η πλήρης άρση των κεφαλαιακών ελέγχων όπως τονίζει η Eurobank (σε ισχύ από 1/9/2019), οι τρέχουσες εκτιμήσεις για ανοδική πορεία του ΑΕΠ και η ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών δύναται να οδηγήσουν σε περαιτέρω αύξηση των καταθέσεων στο μέλλον. Τέλος, θετικοί ρυθμοί μεταβολής στο πεδίο της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα αναμένεται να δώσουν επιπρόσθετη ώθηση – μέσω του πολλαπλασιαστή χρήματος – στην άνοδο των καταθετικών ροών. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις αναταξινομήσεις και μεταβιβάσεις δανείων/εταιρικών ομολόγων, τις διαγραφές και τις συναλλαγματικές διαφορές, η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεων ενισχύθηκε 1,9% το 2019 (βάσει των παρατηρήσεων τέλους περιόδου) από 0,2% το 2018, ενώ για τα νοικοκυριά συνεχίστηκε η πιστωτική συρρίκνωση με ρυθμό της τάξης του -2,8% από -2,2% το 2018.