Η «Πρόταση Συστημικής Διαχείρισης των Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων» που έχει καταστρώσει η Τράπεζα της Ελλάδος για την ταχύτερη απαλλαγή των τραπεζών από τα κόκκινα δάνεια ευρώ μέσω της αξιοποίησης των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων παρουσιάζεται σήμερα στην εξαμηνιαία Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Η εν λόγω έκθεση δημοσιεύεται στο τέλος του έτους, αλλά αυτή φορά εκδόθηκε εσπευσμένα λόγω της επιτακτικής ανάγκης να βρεθεί μια δραστική λύση για τα NPEs, ιδίως μετά την κατάρρευση των τραπεζικών τίτλων στο Χρηματιστήριο το τελευταίο δίμηνο.

Το προτεινόμενο σχήμα προβλέπει τη μεταβίβαση σημαντικού μέρους των NPEs μαζί με μέρος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης που είναι εγγεγραμμένο στους ισολογισμούς τους σε σχήμα ειδικού σκοπού (SPV). Τα δάνεια θα μεταβιβαστούν στην αξία ισολογισμού (μετά από προβλέψεις). Το ποσό της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης που θα μεταβιβασθεί θα αντιστοιχεί σε κάλυψη πρόσθετων ζημιών, ώστε οι αποτιμήσεις των εν λόγω δανείων να προσεγγίσουν τιμές αγοράς. 

Στη συνέχεια, αναφέρει η πρόταση της ΤτΕ, νομοθετική ρύθμιση θα ορίζει ότι η μεταβιβαζόμενη αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση θα καταστεί αμετάκλητη απαίτηση του SPV έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής -σύμφωνα με τη διάρκεια του σχήματος. Για την κάλυψη του τιμήματος της μεταβίβασης, το SPV θα προχωρήσει σε έκδοση τιτλοποίησης όπου -ενδεικτικά- θα εκδοθούν τρεις τάξεις τίτλων (senior, mezzanine, junior/equity). H κατώτερη τάξη τίτλων (equity) θα καλυφθεί από τις τράπεζες έως ποσοστό 20% έκαστη και το Ελληνικό Δημόσιο. 

Η πρόταση, την οποία έχει καταρτίσει ο Σπύρος Παντελιάς, Διευθυντής Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΤτΕ, εξασφαλίζει τη μείωση των NPEs σε μονοψήφια ποσοστά εντός 2-3 ετών.  Σημειώνεται ότι οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTC) ανέρχονταν σε 16 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2016, αντιστοιχώντας στο 57% των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών.

Όπως αναφέρει η έκθεση, με την εν λόγω πρόταση διαμορφώνεται ένα αποτελεσματικό πλαίσιο επίτευξης οργανικής κερδοφορίας και εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου, λόγω αυτής ακριβώς της βελτίωσης της ποιότητας περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών», ανοίγοντας τον δρόμο για άντληση κεφαλαίων από τις τράπεζες απευθείας από την αγορά.

«Η δημιουργία ιδιωτικών σχημάτων διαχείρισης (SPV) μπορεί να διευκολύνει την αποτελεσματική εξυγίανση ιδιωτικού χρέους στην Ελλάδα. Παράλληλα είναι δυνατόν να υπάρξει καλύτερος συντονισμός σε ζητήματα διαχείρισης κοινοπρακτικών σχημάτων. Τέλος, επιτρέπει στις τράπεζες να επικεντρωθούν σε κύριες τραπεζικές εργασίες, καθώς και στη διαχείριση του μέρους των NPEs, που πραγματικά αξιολογούν ότι έχουν προστιθέμενη αξία και καλύτερη ανακτησιμότητα», σημειώνεται.

Σε αυτή επισημαίνεται ότι οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTC) ανέρχονταν σε 16 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2016, αντιστοιχώντας στο 57% των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών.

Η αποτίμηση των δανείων προς μεταβίβαση θα γίνει από ανεξάρτητους τρίτους φορείς και η τελική διάρθρωση της συναλλαγής (συμπεριλαμβανομένων των ποσοστών των τριών τάξεων τίτλων) από τους συμβούλους της έκδοσης βάσει συνθηκών αγοράς. Εκτιμάται ότι επενδυτές θα απορροφήσουν μέρος της ανώτερης τάξης τίτλων (senior) και σημαντικό ποσοστό της ενδιάμεσης τάξης (mezzanine). Η δυνατότητα απορρόφησης πρόσθετων ζημιών από τη συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου (μέσω του μετασχηματισμού της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης σε αμετάκλητη απαίτηση του SPV) ενισχύει σημαντικά την πιθανότητα αποπληρωμής των ανώτερων τάξεων ομολόγων (senior, mezzanine). Παράλληλα προβλέπεται, μέσω της συμμετοχής στην κατώτερη τάξη τίτλων (junior/equity), η κατανομή τυχόν πλεονασμάτων σε Ελληνικό Δημόσιο και τράπεζες. 

Η διαχείριση του σχήματος θα γίνεται αποκλειστικά από ιδιώτες (εταιρείες διαχείρισης για δάνεια και πιστώσεις) και αναμένεται να υπάρξει διαχωρισμός συναλλαγών και διαχείρισης ανά κατηγορία δανείων (επιχειρηματικά, στεγαστικά, καταναλωτικά, κ.λπ.). Εννοείται ότι οι εντολές προς διαχειριστές θα προκύψουν μετά από ανταγωνιστική διαδικασία και το πλαίσιο διαχείρισης θα είναι σύμφωνο με διεθνείς βέλτιστες πρακτικές διαφάνειας και εποπτείας. Σημειώνεται ότι, πριν από την ολοκλήρωση της συναλλαγής, οι τράπεζες αναμένεται ότι θα προχωρήσουν, σε συνεννόηση με τον εποπτικό βραχίονα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε αναμόρφωση της τρέχουσας στοχοθεσίας μείωσης NPEs, με απώτερο στόχο την επίτευξη μονοψήφιου ποσοστού NPEs εντός τριετίας. 

Παράδειγμα εφαρμογής της πρότασης της ΤτΕ

Ας υποθέσουμε ότι μεταβιβάζονται στο SPV κόκκινα δάνεια ύψους 40 δισ. ευρώ και αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις ύψους 7,4 δισ. ευρώ. Η συναλλαγή αυτή θα έχει τις εξής επιδράσεις, βάσει των στοιχείων α΄ εξαμήνου 2018): 

• Μείωση αποθέματος των NPEs κατά 47%. 
• Μείωση του δείκτη κάλυψης NPEs από συσσωρευμένες προβλέψεις (coverage ratio) στο 41% από 49%. 
• Βελτίωση του πλαισίου διαχείρισης των NPEs αφού στο SPV μεταβιβάζεται το πλέον προβληματικό μέρος τους. 
• Διατήρηση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας σε διψήφιο επίπεδο και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Σημειώνεται ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν έχουν λάβει υπόψη ωφέλειες από την ενίσχυση των προ-φόρων αποτελεσμάτων και την ενδεχόμενη μεταβολή των συντελεστών στάθμισης κινδύνου (risk weights για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής επάρκειας) μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής. 
• Περιορισμός συμμετοχής των DTCs στα εποπτικά κεφάλαια στο 30% από 57%.

Πηγές με γνώση των διαδικασιών αναφέρουν στο insider.gr ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες και η Attica Bank «τρέχουν» ήδη ασκήσεις προσομοίωσης με βάση το μοντέλο που εισηγείται ο κεντρικός τραπεζίτης προκειμένου να αξιολογήσουν τις επιπτώσεις που θα έχει στην κεφαλαιακή επάρκεια και το ενεργητικό τους γενικότερα.

Πώς βλέπουν το Σχέδιο οι τράπεζες

Όπως αναφέρει σε πρόσφατο δημοσίευμά του το insider.gr, υψηλόβαθμο στέλεχος του κλάδου τονίζει ότι το «σχέδιο Στουρνάρα» επιτυγχάνει να μετατρέψει την αναβαλλόμενη φορολογία των τραπεζών (DTC) από ένα «τοξικό» σε ένα «απολύτως υγιές» στοιχείο του ενεργητικού, αντικαθιστώντας το με ομόλογα που θα εκδώσει το ειδικό όχημα (SPV) σύμφωνα με την πρόταση. Σημειώνεται ότι οι απαιτήσεις DTC ανέρχονται σήμερα σε 16 δισ. ευρώ σε σύνολο 25-27 δισ. ευρώ που είναι τα συνολικά εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών. 

«Επιτέλους κάτι γίνεται για τις τράπεζες», σημειώνει πηγή της αγοράς και τονίζει ότι η ύπαρξη ενός μηχανισμού που θα βελτιώσει τις συνθήκες πώλησης των κόκκινων δανείων στα funds αποτελεί από μόνη της μια εξασφάλιση καλύτερης τιμολόγησης. Κατά γενική ομολογία, πάντως, τα δύο σχέδια –ΤΧΣ και ΤτΕ- δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά και θα ήταν «ευχής έργον» να πάρουν την έγκριση της Επιτροπής Ανταγωνισμού της ΕΕ (DG Comp) που θα έχει τον τελευταίο λόγο. 

Συνολικά, παρότι τα επιμέρους τεχνικά στοιχεία εγείρουν κάποια ζητήματα που χρίζουν προσοχής και, ενδεχομένως αναθεώρησης, η απήχηση που έχει η πρόταση της ΤτΕ στον τραπεζικό κλάδο είναι θετική, καθώς αποτελεί «ένα ακόμη όπλο στο οπλοστάσιο των τραπεζών» και «ένα ύστατο καταφύγιο για τις τράπεζες», όπως αναφέρουν στο insider.gr τραπεζικά στελέχη με γνώση των διαδικασιών.