Αγαπημένο μέσο νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αποτελεί το real estate, προειδοποιεί έκθεση του τμήματος ερευνών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Και αυτό διότι μέσω αυτής όχι μόνο ξεπλένεται το «μαύρο χρήμα» αλλά και οι εγκληματίες αποκτούν περιουσιακά στοιχεία έχοντας αποκρύψει την προέλευση των χρημάτων που πλήρωσαν. 

«Η εκμετάλλευση της αγοράς ακινήτων εδώ και χρόνια αναφέρεται ως ένας από τους παλαιότερους τρόπους ξεπλύματος παράνομων κερδών», αναφέρει η έκθεση. Τα ακίνητα είναι ελκυστικά για τους εγκληματίες όπως και για κάθε επενδυτή, καθώς οι τιμές είναι σχετικά σταθερές και αναμένεται να αυξάνονται μακροπρόθεσμα. 

Το φαινόμενο είναι ευρύτατα διαδεδομένο σε όλο τον κόσμο, από τον Καναδά και τις ΗΠΑ στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Η έκθεση κάνει αναφορά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στη Βρετανία, τη Φινλανδία και την Τσεχία. 

Για την Ελλάδα αναφέρει πως έχουν καταγραφεί περιπτώσεις, ενώ υπάρχει αυξημένος κίνδυνος από την πρακτική που χρησιμοποιείται στη χώρα μας, να είναι διαφορετική η τιμή του συμβολαίου από το πραγματικό ύψος της αγοραπωλησίας. 

Τα «καμπανάκια» 

Σύμφωνα με την έκθεση μερικά χαρακτηριστικά που μπορεί να έχει μια συναλλαγή με «μαύρο χρήμα» στην αγορά ακινήτων είναι τα εξής: 

  • Αναντιστοιχία στο εισόδημα και τη περιουσία του ιδιοκτήτη με την αξία του ακινήτου. Σε κάποιες περιπτώσεις τα πιο ακριβά ακίνητα μιας πόλης ανήκουν σε ιδιώτες που δεν έχουν εισόδημα ή περιουσία που να τους επιτρέπει να κάνουν μια τέτοια αγορά.
  • Ανώνυμος ιδιοκτήτης, ο οποίος κατέχει το ακίνητο μέσω εταιρειών, άλλων ιδιωτών κλπ. 
  • Η πώληση ενός ακινήτου σε πολύ υψηλή ή και χαμηλή τιμή σε σχέση με την εκτιμώμενη αξία του. 

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το μέσο με το οποίο γίνεται η συναλλαγή: 

  • Αγορές ακινήτων με περίπλοκα δανειοδοτικά σχήματα 
  • Εταιρικά σχήματα, κυρίως με offshore εταιρείες
  • Επενδυτικά σχήματα αγνώστων ιδιοκτητών. 

Όλα τα παραπάνω είναι πιθανά «καμπανάκια» που προειδοποιούν για πιθανή χρήση «μαύρου χρήματος».  

Μερικές πρακτικές που χρησιμοποιούν τα διάφορα κυκλώματα περιλαμβάνουν: Την ενοικίαση ενός ακινήτου και τη χρηματοδότηση των ενοικιαστών με χρήματα που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες, «καθαρίζοντας» με την μορφή των ενοικίων τα χρήματα. Την ανακατασκευή και ανακαίνιση ενός ακινήτου με «μαύρο χρήμα» και την πώλησή του στη συνέχεια σε υψηλότερη τιμή. 

Η αντιμετώπιση του φαινομένου 

Το να εντοπίσει κανείς μια συναλλαγή ακινήτων με «μαύρο χρήμα» δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πέρα από τις ευρωπαϊκές οδηγίες και τον έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος η έκθεση προτείνει και τον πιο αυστηρό έλεγχο των επαγγελματιών που δραστηριοποιούνται στην αγορά ακινήτων (μεσίτες, εκτιμητές, συμβολαιογράφοι, λογιστές κ.α.). 

Αυτή την τακτική χρησιμοποιεί και η ΑΑΔΕ η οποία πραγματοποίησε πρόσφατα σύσκεψη με φορείς της αγοράς για να αναδείξει το θέμα και να ενημερώσει τους επαγγελματίες για τις πιο συνηθισμένες πρακτικές των κυκλωμάτων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι εξης: 

  • Απροθυμία πελάτη να προσκομίσει κατά τη σύναψη της συναλλαγής τα προβλεπόμενα έγγραφα επαλήθευσης της ταυτότητάς του.
  • Επιμονή του πελάτη για διενέργεια και πληρωμή σε μετρητά, συναλλαγών μεγάλης αξίας.
  • Χρησιμοποιείται προσωπικός λογαριασμός του ιδιοκτήτη ή του υπαλλήλου εταιρείας, αντί του εταιρικού λογαριασμού.
  • Δικηγόρος φέρεται να χρησιμοποιεί προσωπικούς του λογαριασμούς για συναλλαγές φυσικών ή νομικών προσώπων που εκπροσωπεί.
  • Ασυνήθης νευρικότητα στη συμπεριφορά προσώπων κατά τη διεξαγωγή συναλλαγής.
  • Επαναλαμβανόμενες όμοιες συναλλαγές για ποσά λίγο κάτω από το ελάχιστο όριο, για το οποίο απαιτείται εφαρμογή μέτρων δέουσας επιμέλειας.
  • Συχνή αλλαγή διεύθυνσης του πελάτη, που δεν δικαιολογείται από την επαγγελματική του δραστηριότητα.
  • Η ύπαρξη υπόνοιας ή η διαπίστωση ίδρυσης εικονικών επιχειρήσεων από τον πελάτη.
  • Από τα στοιχεία του ακινήτου που αναφέρονται στο συμβόλαιο μεταβίβασης, προκύπτει ότι το ακίνητο έχει περιέλθει στην κυριότητα του πωλητή πολύ πρόσφατα (διαδοχικές αγοραπωλησίες ακινήτων).