Στην τελική ευθεία εισέρχεται η μεταρρύθμιση για τη διαχείριση των υδάτων, καθώς ενόψει της κατάθεσης του σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλή, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας ξεκίνησε κύκλο ενημερώσεων βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, παρουσιάζοντας τις βασικές προβλέψεις του νέου πλαισίου.
Το νομοσχέδιο, το οποίο αναμένεται να εισαχθεί στη Βουλή τις επόμενες ημέρες, προβλέπει τη συνένωση 70 παρόχων υπηρεσιών ύδατος με την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ, σηματοδοτώντας τη μεγαλύτερη αναδιοργάνωση του τομέα της ύδρευσης των τελευταίων ετών.
Με βάση τον σχεδιασμό, η ΕΥΔΑΠ θα επεκτείνει τη δραστηριότητά της στους υπόλοιπους 17 δήμους της Αττικής, πέραν των 50 όπου ήδη δραστηριοποιείται, ενώ θα αναλάβει επίσης την παροχή υπηρεσιών σε Βοιωτία, Φωκίδα και Εύβοια. Αντίστοιχα, η ΕΥΑΘ θα διευρύνει την παρουσία της στη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική.
Οι βασικές κατευθύνσεις του σχεδίου παρουσιάστηκαν την Τρίτη από τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρο Παπασταύρου, στο πλαίσιο διαδοχικών συναντήσεων με βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, ενόψει της συζήτησης του νομοσχεδίου στη Βουλή.
Σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, στόχος της μεταρρύθμισης είναι η δημιουργία ενός πιο ενιαίου συστήματος διαχείρισης των υδάτινων πόρων, μέσω της αναβάθμισης των δικτύων, της επιτάχυνσης των επενδύσεων και της καλύτερης προστασίας των υδάτινων πόρων, με παράλληλη διασφάλιση ποιοτικών και οικονομικά προσιτών υπηρεσιών ύδρευσης.
Πέρα από τη διοικητική αναδιάρθρωση, το νομοσχέδιο επιχειρεί να αντιμετωπίσει μία από τις βασικές παθογένειες του σημερινού συστήματος: τον κατακερματισμό της διαχείρισης. Η ύπαρξη δεκάδων παρόχων με διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες, τεχνική επάρκεια και επίπεδο στελέχωσης έχει ως αποτέλεσμα μεγάλες διαφοροποιήσεις στην κατάσταση των δικτύων και στις δυνατότητες υλοποίησης έργων. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι η συγκέντρωση περισσότερων αρμοδιοτήτων στην ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ θα επιτρέψει καλύτερο συντονισμό, οικονομίες κλίμακας και ταχύτερη υλοποίηση επενδύσεων για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και τον περιορισμό των διαρροών.
Ωστόσο, η επιτυχία της μεταρρύθμισης δεν θα κριθεί μόνο από την ψήφιση του νομοσχεδίου. Κρίσιμο ζητούμενο θα είναι ο τρόπος ενσωμάτωσης των υφιστάμενων παρόχων στο νέο σχήμα, η εξασφάλιση των αναγκαίων χρηματοδοτήσεων για τα έργα, αλλά και η διατήρηση της ποιότητας των υπηρεσιών σε περιοχές με διαφορετικά χαρακτηριστικά και ανάγκες. Εξίσου σημαντικό θα είναι να αποδειχθεί στην πράξη ότι η συγκέντρωση των αρμοδιοτήτων μπορεί να επιταχύνει τις επενδύσεις χωρίς να δημιουργήσει νέες διοικητικές δυσκολίες ή μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ των τοπικών κοινωνιών και της λήψης αποφάσεων.
Η νομοθετική πρωτοβουλία αποτελεί το επόμενο βήμα μετά την παρουσίαση της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα, η οποία ανέδειξε ως βασικές προκλήσεις τον κατακερματισμό των φορέων διαχείρισης, τις μεγάλες απώλειες στα δίκτυα και την ανάγκη επιτάχυνσης των επενδύσεων για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας.
Η επέκταση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ δεν περιορίζεται σε μια αλλαγή γεωγραφικών ορίων. Στην πράξη, οι δύο εταιρείες καλούνται να αναλάβουν έναν πολύ ευρύτερο ρόλο στη διαχείριση των υδάτινων πόρων, από τον σχεδιασμό και την υλοποίηση νέων έργων έως τη λειτουργία και τον εκσυγχρονισμό των δικτύων. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να αυξήσει σημαντικά το επιχειρησιακό τους αποτύπωμα, αλλά και τις απαιτήσεις σε επίπεδο επενδύσεων, στελέχωσης και τεχνικής υποστήριξης.
Γιατί αλλάζει το μοντέλο διαχείρισης
Η επιλογή της κυβέρνησης να συγκεντρώσει τη διαχείριση σε λιγότερους και μεγαλύτερους φορείς δεν προέκυψε τυχαία. Η ίδια η Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα είχε καταγράψει ότι το σημερινό μοντέλο χαρακτηρίζεται από πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων, μεγάλες διαφορές στις δυνατότητες των τοπικών παρόχων και σημαντικές καθυστερήσεις στην ωρίμανση και υλοποίηση έργων. Παράλληλα, σε πολλές περιοχές τα δίκτυα παραμένουν πεπαλαιωμένα, με αποτέλεσμα σημαντικές απώλειες νερού, ενώ οι μικρότεροι πάροχοι συχνά αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν ή να υλοποιήσουν εκτεταμένες παρεμβάσεις εκσυγχρονισμού.
Μέσα από τη μεταρρύθμιση, το ΥΠΕΝ επιχειρεί να μεταφέρει μεγαλύτερο βάρος της διαχείρισης σε οργανισμούς που διαθέτουν εμπειρία στη λειτουργία μεγάλων δικτύων, εξειδικευμένο προσωπικό και δυνατότητα υλοποίησης πολυετών επενδυτικών προγραμμάτων. Η λογική είναι ότι ένας ισχυρότερος και περισσότερο συγκεντρωμένος φορέας μπορεί να σχεδιάζει ενιαία έργα, να εξασφαλίζει ευκολότερα χρηματοδότηση και να αξιοποιεί νέες τεχνολογίες για την παρακολούθηση και λειτουργία των δικτύων.
Ωστόσο, παρά την σαφή κατεύθυνση της μεταρρύθμισης, το νέο μοντέλο θα δοκιμαστεί στην εφαρμογή του. Ένα από τα βασικά ζητήματα είναι ο τρόπος με τον οποίο θα ενσωματωθούν οι υφιστάμενοι πάροχοι στο νέο σχήμα, χωρίς να δημιουργηθούν κενά στη λειτουργία των υπηρεσιών ύδρευσης.
Παράλληλα, ζητούμενο αποτελεί η εξασφάλιση των απαραίτητων επενδύσεων για την αντικατάσταση παλαιών αγωγών, τη μείωση των διαρροών και τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό των δικτύων. Η επιτυχία της μεταρρύθμισης θα εξαρτηθεί επίσης από το κατά πόσο θα διατηρηθεί η εξυπηρέτηση των πολιτών σε τοπικό επίπεδο, παρά τη συγκέντρωση περισσότερων αρμοδιοτήτων σε λιγότερους φορείς.



