Σε «βραδυφλεγή βόμβα» που απειλεί να εκτροχιάσει τον Προϋπολογισμό και το δημόσιο χρέος έχουν μετατραπεί οι εγγυήσεις που έχει παράσχει το ελληνικό δημόσιο.

Η έλλειψη ρευστότητας που αντιμετώπιζε το 2015 το δημόσιο, εξαιτίας της παρατεταμένης διαπραγμάτευσης - ολόκληρο το πρώτο εξάμηνο και ότι επακολούθησε - είχε ως συνέπεια πολλές από τις πληρωμές να «υποκατασταθούν» από τη χορήγηση εγγυήσεων.

Έτσι μέχρι το τέλος Νοεμβρίου το σύνολο των εγγυήσεων που είχε παράσχει το δημόσιο είχε φθάσει τα 113,6 δισ. ευρώ και ήταν σχεδόν διπλάσιες (αύξηση 94%) από αυτές που είχαν χορηγηθεί ολόκληρο το 2014. Οι εγγυήσεις του δημοσίου αποτελούν οιονεί δημόσιο χρέος καθώς αθροίζονται σε αυτό τη χρονική στιγμή που θα καταπέσουν.

Η σημαντική αυτή αύξηση των αποδίδεται στις νέες εγγυήσεις του ελληνικού δημοσίου για την παροχή ρευστότητας σε Πιστωτικά Ιδρύματα μέσω του Μηχανισμού Έκτακτης Ρευστότητας (ELA).  Έτσι, από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Νοέμβριο του 2015, η καθαρή ροή των νέων εγγυήσεων με καθεστώς τραπεζικής εγγύησης έφθασε τα 79,53 δισ. ευρώ, ενώ, η καθαρή ροή των νέων εγγυήσεων προς τον ELA ανήλθε στα 57,85 δισ. ευρώ.

Όσον αφορά τις εγγυήσεις δανείων προς φορείς εντός και εκτός της Γενικής Κυβέρνησης εκτός του τραπεζικού τομέα, αυτές, τη περίοδο 2001- 2015, κατανεμήθηκαν κυρίως σε Δημόσιες Επιχειρήσεις  και Οργανισμούς και μόνο ένα ποσοστό 17,7% κατά μέσο όρο περιόδου κατευθύνθηκε προς τον ιδιωτικό τομέα. Οι Δημόσιες Επιχειρήσεις, που έχουν τα μεγαλύτερα ανεξόφλητα υπόλοιπα εγγυημένων δανείων για το έτος 2015 είναι ο ΟΣΕ με δάνεια ύψους 4,589 δισ. ευρώ και ακολουθούν η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ με 2,079 δισ. ευρώ και η ΔΕΗ με 2,076 δισ. ευρώ.

Η αθρόα χορήγηση εγγυήσεων την τελευταία δεκαετία φαίνεται ότι παίρνει τη μορφή χιονοστιβάδας. Όπως διαπιστώνει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, την περίοδο 2000 - 2009 το ανεξόφλητο εγγυημένο (από το ελληνικό δημόσιο) υπόλοιπο των χορηγηθέντων δανείων σχεδόν τριπλασιάζεται από 8,416 δισ. ευρώ ή 6,2% του ΑΕΠ το 2000 σε 25,586 δισ. ευρώ  ή 11% του ΑΕΠ το 2009. Ενώ την περίοδο 2010-2015 το εν λόγω υπόλοιπο μειώνεται δραστικά στα  14,527 εκατ. ή 8,3% του ΑΕΠ κυρίως λόγω των αυστηρών περιορισμών που επιβλήθηκαν από το πρώτο κιόλας Μνημόνιο.

Όμως παρόλο που περιορίζονται οι νέες εγγυήσεις η οικονομική δυσπραγία και η δραματική μείωση των εισοδημάτων είχαν ως αποτέλεσμα να αυξηθούν κατακόρυφα οι καταπτώσεις των εγγυήσεων. Έτσι ενώ ως το 2004 κατά μέσο όρο οι καταπτώσεις κυμαίνονταν στα 340 εκατ. ευρώ την περίοδο 2008 - 2011 αυξάνονται στα 1,442 δισ. ευρώ το χρόνο. Η κατάσταση περιορίζεται την περίοδο 2012 - 2015 όπου ο ετήσιος μέσος όρος των καταπτώσεων διαμορφώνεται στα 740 εκατ. ευρώ.