Αποκαλυπτικά στοιχεία που καταδεικνύουν πως η «εξυπηρετησιμότητα» του ελληνικού χρέους με κριτήριο το ετήσιο ύψος των τόκων και χρεολυσίων είναι εξαιρετικά ευνοϊκή έως το 2059 κοινοποίησε το υπουργείο Οικονομικών απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Ευάγγελου Βενιζέλου.

Σε σχέση με τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδος αποτυπώνεται πως το μέσο επίπεδο τόκων του υφιστάμενου χρέους για όλη την περίοδο 2015-2059 σε απόλυτους αριθμούς είναι 4,6 δισ. ευρώ με μέγιστη τιμή τα 18,3 δισ. ευρώ (2022) και ελάχιστη τα 394 εκατ. ευρώ (2059). Το δε μέσο επίπεδο των τόκων ως ποσοστό του εκτιμώμενου ΑΠΕ είναι 1,67% με μέγιστη τιμή το 7,52% (2022) και ελάχιστη το 0,12% (2059).

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες, ήτοι τα δημοσιονομικά ελλείμματα συν το κόστος αναχρηματοδότησης του χρέους ενός κράτους πρέπει να παραμένουν κάτω από το 15% του ΑΕΠ για να θεωρείται το χρέος βιώσιμο.

Το προφίλ του ελληνικού χρέους ευνοεί προς την κατεύθυνση και αυτή. Και απομένει να βρεθεί τρόπος τα δημοσιονομικά ελλείμματα της Ελλάδος να μείνουν και αυτά σε χαμηλά επίπεδα, ώστε οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες να παραμείνουν κάτω από το 15% του ΑΕΠ.

Τα σχετικά στοιχεία του ΟΔΔΗΧ ενισχύουν την επιχειρηματολογία εκείνων που υποστηρίζουν πως τα δημόσια χρέη δεν εξοφλούνται αύριο, αλλά τα επόμενα 40,50 και 70 χρόνια και μειώνονται δραστικά μέσα από τους ρυθμούς ανάπτυξης και τον πληθωρισμό που έχουν σημασία μεγαλύτερη από τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Στη βάση αυτή η κυβέρνηση έχει πλέον πειστεί πως το χρέος πρέπει να αποτυπώνεται όχι μόνο ονομαστικά, αλλά και σε όρους καθαρής παρούσας αξίας.