Στις ασφαλιστικές εταιρείες στρέφεται η προσοχή των επενδυτών καθώς η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μπαίνει στην τελική ευθεία. Με την εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας Solvency II από τις αρχές του επόμενου έτους αναμένονται δομικές αλλαγές στον ελληνικό ασφαλιστικό κλάδο καθώς πολλές εταιρείες θα δυσκολευθούν να ανταπεξέλθουν στις νέες κεφαλαιακές απαιτήσεις που απαιτούνται.

Η οδηγία Solvency II (Φερεγγυότητα ΙΙ) αλλάζει τον τρόπο υπολογισμού των κεφαλαιακών αναγκών του ασφαλιστικού κλάδου και αναμένεται να απαιτήσει σημαντικές αυξήσεις κεφαλαίων, αλλά και ριζική αλλαγή σε θέματα εταιρικής διακυβέρνησης. Οι ασφαλιστικές που δεν θα καλύπτουν τις νέες αυξημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να καταθέσουν σχέδια αναδιάρθρωσης τα οποία θα εποπτεύονται από ειδικούς επιτρόπους που θα τοποθετεί η Τράπεζα της Ελλάδος. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως εντός ολίγων μηνών οι ελληνικές ασφαλιστικές θα πρέπει να αποκτήσουν την απαιτούμενη κεφαλαιακή επάρκεια με οποιοδήποτε τρόπο: αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, πωλήσεις χαρτοφυλακίων και περιουσιακών στοιχείων ή και με αυξήσεις τιμολογίων.

Ωστόσο φαίνεται ότι για την Ελλάδα τα χρονικά όρια είναι λίγο πιο… χαλαρά λόγω της καθυστέρησης της ψήφισης του νομοσχεδίου που ενσωματώνει την κοινοτική οδηγία στο εθνικό δίκαιο. Μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προειδοποιήσει την χώρα μας με παραπομπή στη Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εάν δεν εφαρμόσει εντός των επόμενων μηνών τους κοινοτικούς κανόνες.

Τα στελέχη της ασφαλιστικής αγοράς, πάντως, εμφανίζονται αισιόδοξα μετά από την επιτυχημένη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Αφενός γιατί δεν «κουρεύτηκαν» τα περιουσιακά τους στοιχεία, καθώς πολλές ασφαλιστικές είναι κάτοχοι πολλών τραπεζικών senior bonds ε και αφετέρου διότι θωρακίζονται κεφαλαιακά οι τράπεζες που είναι είτε βασικοί μέτοχοι τους είτε χρηματοδότες.

Από την άλλη σημαντικό πρόβλημα αποτελούν τα capital controls που περιόρισαν την πρόσβαση των ασφαλιστικών εταιρειών στις αγορές του εξωτερικού. Η αγορά ομολόγων δεν ήταν προσβάσιμη για τις ελληνικές εταιρείες με αποτέλεσμα να υπάρχουν δυσκολίες στην εφαρμογή της επενδυτικής τους πολιτικής και του επιχειρησιακού τους πλάνου, ενώ η χαμηλή πιστοληπτική διαβάθμιση των ελληνικών τραπεζών και των ελληνικών ομολόγων, το συνεχώς πτωτικό Χρηματιστήριο Αθηνών περιορίζουν τις επιλογές των ελληνικών εταιρειών για επενδύσεις των περιουσιακών τους στοιχείων.