Προβληματισμό για την εμφάνιση υψηλού «δίδυμου ελλείμματος» το 2020, στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κατά περίπου 8,6 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο, το οποίο αποδίδει κυρίως στην πτώση των τουριστικών εισπράξεων αλλά και στην ταμειακή εικόνα της Γενικής Κυβέρνησης (της τάξης των 10,5  δισ. ευρώ στο δεκάμηνο) εκφράζει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

Κάνει λόγο και για «μεγάλη και συνεχής πτώση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης» η οποία  «προοιωνίζεται πιθανή κάμψη της κατανάλωσης  το δ’ τρίμηνο του έτους».

Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο υπό την Προεδρία του κ. Παναγιώτη Κορλίρα δημοσιοποίησε το Τριμηνιαίο Δελτίο Δεκεμβρίου 2020.  

Καταγράφει επίσης μεγάλη πτώση του ΑΕΠ το γ’ τρίμηνο του 2020  κατά 11,7%, οφειλόμενη κατά βάση στη μείωση των τουριστικών εισπράξεων. Κάνει σαφές πως  υπάρχει θετική μεταβολή σε ιδιωτική (1%) και δημόσια (4,4%) κατανάλωση,  καθώς  και στον ακαθάριστο σχηματισμό κεφαλαίου (31,5%), η οποία ωστόσο οφείλεται στην αύξηση των αποθεμάτων.

Επίσης επισημαίνει τη μείωση της απασχόλησης στο οκτάμηνο κατά 81,6 χιλιάδες άτομα. Ανησυχητικό στοιχεία θεωρεί και το γεγονός ότι ο αριθμός των απασχολούμενων τον Αύγουστο του 2020 ήταν μειωμένος  κατά  99,1 χιλιάδες  άτομα,  ενώ ο το μέγεθος  του εργατικού  δυναμικού  ήταν  μειωμένο κατά 127,9 χιλιάδες άτομα.

Εξηγεί επίσης πως διατηρούνται οι αντιπληθωριστικές  πιέσεις, με τον Εν.∆ΤΚ να μειώνεται τον Οκτώβριο του 2020 κατά 2% σε σχέση με πέρυσι. Αναφέρει επίσης πως το ύψος των ληξιπρόθεσμων  υποχρεώσεων  του Δημοσίου παραμένει επίμονα υψηλό και διαμορφώθηκε στα  2,5 δισ. ευρώ, στο δεκάμηνο του 2020. Αλλά διατηρείται η τάση αύξησης των καταθέσεων  νοικοκυριών  και επιχειρήσεων,  η οποία πιθανώς να συνδέεται με γενικευμένο κλίμα οικονομικής ανασφάλειας, ενώ οι αποδόσεις των ελληνικών  ομολόγων εξακολουθούν  να βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, λόγω της στήριξης που παρέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Το 2πλό πλήγμα στα ελλείμματα

Αναφέρει αναλυτικά για το θέμα του εξωτερικού ισοζυγίου ότι η εκδήλωση της πανδημίας, και ιδίως οι επιπτώσεις που προκάλεσε στην τουριστική κίνηση, οδήγησε σε σημαντική  επιδείνωση  του ισοζυγίου  τρεχουσών συναλλαγών κατά το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2020.

Συγκεκριμένα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εμφάνισε έλλειμμα ύψους  8.612  εκατ. ευρώ έναντι ελλείμματος μόλις 90 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Η επιδείνωση αυτή οφείλεται στην υποχώρηση του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών κατά 12.780 εκατ. (-69,4%), η οποία ήταν πολλαπλάσια από τη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών κατά 3.343 εκατ. (-19,1%) και τη βελτίωση των ισοζυγίων πρωτογενών και δευτερογενών εισοδημάτων κατά  753 και  161 εκατ. ευρώ αντίστοιχα.

Ειδικότερα, το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών διαμορφώθηκε στα  14.125 εκατ., με τις εισαγωγές να υποχωρούν σε σχέση με πέρυσι κατά ποσό διπλάσιο εκείνου των εξαγωγών (-6.522 εκατ. έναντι -3.178 εκατ. ευρώ), συντελώντας έτσι στη συρρίκνωση του ελλείμματος. Σε μεγάλο βαθμό, η μείωση αυτή τόσο των εξαγωγών όσο και των εισαγωγών αντανακλά τη μείωση της αξίας των εξαγωγών και εισαγωγών καυσίμων, λόγω της πτώσης των διεθνών τιμών του πετρελαίου. Από την άλλη πλευρά, η μείωση των πλεονασμάτων κυρίως του ταξιδιωτικού ισοζυγίου κατά  11.226 εκατ. (-79,6%) και δευτερευόντως του ισοζυγίου μεταφορών κατά 1.468 εκατ. (-32,3%) οδήγησαν στον περιορισμό του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών το οποίο ανήλθε σε 5.641 εκατ. έναντι  18.421 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περυσινή περίοδο (-69,4%). «Η προαναφερθείσα επιδείνωση του ταξιδιωτικού ισοζυγίου από τα 14.095 στα 2.868 εκατ. οφείλεται στη μεγάλη μείωση της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης κατά 20,8 εκατ. άτομα (-77,2%), ενώ η μέση δαπάνη ανά ταξίδι εμφάνισε μικρή μόνο υποχώρηση κατά 2,2% και διαμορφώθηκε στα  570,5 ευρώ» αναφέρεται. 

Στο πεδίο του δημοσιονομικού ελλείμματος το Συμβούλιο αναφέρει πως η εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού στους δέκα μήνες του έτους (Ιανουάριος–Οκτώβριος) αποτυπώνει ανάγλυφα τις επιπτώσεις της πανδημίας στη δημοσιονομική διαχείριση, τόσο στο σκέλος των εσόδων όσο και των δαπανών. Το συνολικό αποτέλεσμα του κρατικού προϋπολογισμού παρουσιάζει, ένα πρωτοφανές για τα τελευταία χρόνια, ταμειακό έλλειμμα ύψους 13,4 δισ. ευρώ, ενώ το πρωτογενές έλλειμμα διαμορφώνεται στα  9 δισ. ευρώ, περίπου. Η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας οδήγησε αναπόφευκτα σε μείωση των φορολογικών εσόδων το δεκάμηνο που εκτιμάται σε 5,7 δισ. ευρώ σε σύγκριση με την περυσινή περίοδο.

Αυτή η μείωση οφείλεται κατά  2 δισ. ευρώ στους φόρους εισοδήματος, 3,5 δισ. ευρώ στους φόρους κατανάλωσης και 200 εκ. ευρώ στους φόρους περιουσίας. «Αξίζει να αναφερθεί ότι το 45% της μείωσης των εσόδων από φόρους κατανάλωσης επικεντρώνεται σε δύο μόνο μήνες, τον Μάρτιο, κατά  600 εκ. και τον Μάιο, κατά  1 δισ.  ευρώ» επισημαίνει.

Εξηγεί πως «οι ανελαστικές δαπάνες, όπως το μισθολογικό κόστος παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες. Οι μεταβιβάσεις αυξήθηκαν σημαντικά κατά 5,7 δισ. ευρώ. Η αύξηση αυτή οφείλεται στις μεταβιβάσεις προς τους ΟΚΑ για επιδότηση ασφαλιστικών εισφορών και στις δαπάνες που έγιναν για την αντιμετώπιση της πανδημίας. ∆απάνες για αυτόν τον σκοπό περιλαμβάνονται επίσης στο σύνολο των “δαπανών Π∆Ε” γεγονός που εξηγεί τη μεγάλη αύξησή των τελευταίων σε σχέση με πέρυσι. Σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης το ταμειακό αποτέλεσμα κατά την περίοδο Ιανουαρίου–Οκτωβρίου 2020, είναι ελλειμματικό κατά 10,5 δισ. ευρώ, ενώ το πρωτογενές έλλειμμα διαμορφώνεται  6,8 δισ.  ευρώ. «Η επιβολή νέων περιοριστικών μέτρων στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα τον Νοέμβριο και τον ∆εκέμβριο προμηνύει περαιτέρω επιδείνωση του δημοσιονομικού αποτελέσματος» επισημαίνει το Συμβούλιο

Δείκτες συγκυρίας

Αναφέρει επίσης πως μετά τον Φεβρουάριο του 2020, οπότε και ξεκίνησαν να διαφαίνονται οι αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας στην ελληνική οικονομία, τόσο ο δείκτης οικονομικής συγκυρίας όσο και η καταναλωτική εμπιστοσύνη παρουσίασαν μεγάλη κάμψη. Η εξέλιξη των δύο δεικτών χαρακτηρίστηκε από σχετική σταθεροποίηση στις αρχές του καλοκαιριού. Ο δείκτης οικονομικής συγκυρίας διατηρήθηκε σχεδόν αμετάβλητος μέχρι και το Νοέμβριο, οπότε κατέγραψε τιμή 91 μονάδων, επίπεδο υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης. Παραμένει πάντως, σε σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με τις αρχές του έτους, όταν είχε διαμορφωθεί σε 109,5 μονάδες. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης, από την πλευρά του, βρίσκεται σε συνεχή πτώση τους τελευταίους τέσσερις μήνες με αποτέλεσμα τον Νοέμβριο να φθάσει στις -48,3 μονάδες, δηλαδή κατά 10 μονάδες χαμηλότερα σε σχέση με τις αρχές του έτους, ενώ χαμηλότερα επίσης ήταν σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης, όπου τον ίδιο μήνα έφθασε τις -17,6 μονάδες.

Ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής εμφανίζεται σταθεροποιημένος τόσο σε Ελλάδα όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τους τελευταίους τρεις μήνες για τους οποίους διαθέτουμε στοιχεία (Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο), μετά την ανάκαμψη που σημειώθηκε σταδιακά μετά τον Απρίλιο και το πρώτο κύμα της πανδημίας. Το επίπεδο του δείκτη στην Ελλάδα (106,8) προσεγγίζει εκείνο πριν από την υγειονομική κρίση, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται ότι υπολείπεται ακόμη σημαντικά. Η πορεία του κύκλου εργασιών στην αγορά βιομηχανικών προϊόντων φαίνεται επίσης να σταθεροποιείται τόσο σε Ελλάδα όσο και σε Ευρώπη, αλλά σε επίπεδα χαμηλότερα εκείνων πριν από την κρίση, με αποτέλεσμα ο δείκτης κύκλου εργασιών τον Σεπτέμβριο να διαμορφώνεται στο 100 και στο 103,3 για την Ελλάδα και την Ευρώπη, αντίστοιχα.

O δείκτης «υπευθύνων προμηθειών στη μεταποίηση» PMI για την Ελλάδα, βρέθηκε το μήνα Νοέμβριο αρκετά χαμηλότερα από τις πενήντα μονάδες, επίπεδο που σηματοδοτεί μεταβολή των εκτιμήσεων των υπευθύνων προμηθειών από ουδέτερες σε δυσμενείς. Το χαμηλό αυτό επίπεδο του ελληνικού δείκτη (42,3 μονάδες) ενδεχομένως αντανακλά τις δυσμενείς προβλέψεις των υπευθύνων του κλάδου για την εξέλιξη του δεύτερου κύματος της πανδημίας και τις συνέπειες στην οικονομία και την αγορά της μεταποίησης. Η επιδείνωση αυτή έρχεται μετά από πέντε συνεχόμενους μήνες σταθεροποίησης σε ουδέτερα επίπεδα (περί τις 50 μονάδες) μετά από την ανάκαμψη των εκτιμήσεων από το πρώτο κύμα της πανδημίας. Η πορεία του δείκτη για τις χώρες της Ευρωζώνης εμφανίζεται σαφώς βελτιωμένη στις 53,8 μονάδες. Τους τελευταίους επτά μήνες καταγράφει μια θετική δυναμική, η οποία έχει ξεπεράσει τα επίπεδα προ της έναρξης της πανδημίας και κινείται σταθερά σε τροχιά άνω των πενήντα μονάδων.