Στόχο να εισπράξει 557 εκατ. ευρώ από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω της προώθησης των ηλεκτρονικών συναλλαγών έχει θέσει η κυβέρνηση.

Το οικονομικό επιτελείο ενσωμάτωσε αυτό το στόχο στο προσχέδιο προϋπολογισμού 2020 που κατέθεσε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και επί της αρχής οι θεσμοί φέρονται να θεωρούν πως είναι εφικτός.

Αυτό διότι μισθωτοί, συνταξιούχοι και αγρότες θα πρέπει από την 1η Ιανουαρίου 2020 για να κτίσουν το αφορολόγητο να εμφανίσουν στη φορολογική δήλωσή τους το 30% των εισοδημάτων τους ως συναλλαγές με πλαστικό χρήμα για αγορές προϊόντων και υπηρεσιών (από 10% που ισχύει σήμερα στις περισσότερες των περιπτώσεων). 

Ενδεικτικά, φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 15.000 ευρώ θα πρέπει να έχει προχωρήσει εφέτος σε αγορές προϊόντων και υπηρεσιών με ηλεκτρονικές συναλλαγές ύψους 1.750 ευρώ για να μην επιβαρυνθεί με πέναλτι φόρου. Ωστόσο, για τα εισοδήματα του 2020 το ποσό αυτό θα εκτοξευτεί στα 4.500 ευρώ (15.000/30%). 

Αν ο ίδιος φορολογούμενος πραγματοποιήσει συναλλαγές με πλαστικό χρήμα κάτω των 4.500 ευρώ θα επιβαρυνθεί με πέναλτι φόρου 22% επί των λιγότερων αποδείξεων, ήτοι πρόσθετο φόρο 605 ευρώ. 

Αλλά η αύξηση των συναλλαγών με πλαστικό χρήμα στο 30% των εισοδημάτων δεν αφορά μόνον στα δηλωθέντα εισοδήματα. Κίνδυνοι για πρόσθετη φορολογία για μισθωτούς, συνταξιούχους και αγρότες προκύπτουν και από τα τεκμήρια διαβίωσης, καθώς πλέον όσοι  φορολογούνται «τεκμαρτά» θα πρέπει να εμφανίσουν στη φορολογική δήλωσή τους αποδείξεις που θα αντιστοιχούν στο υψηλότερο τεκμαρτό εισόδημα και όχι στο πραγματικό.