Ειδήσεις
24-05-2017 | 00:00

Η Ελλάδα είναι ένα θαύμα που περιμένει να συμβεί!

Η Ελλάδα είναι ένα θαύμα που περιμένει να συμβεί!

Η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει σήμερα ένα διπλό μακροοικονομικό πρόβλημα. Το πρώτο είναι ότι παράγει προϊόν σημαντικά χαμηλότερο από τις παραγωγικές της ικανότητες, με το αρνητικό παραγωγικό κενό να υπολογίζεται στη περιοχή του 5% με 10%. Το δεύτερο είναι ότι οι παραγωγικές ικανότητες της ελληνικής οικονομίας είναι αισθητά μικρότερες του μέσου όρου της Ευρωζώνης, με τη διαφορά να υπολογίζεται στην περιοχή του ενός τρίτου.

Το αρνητικό παραγωγικό κενό είναι πρόβλημα ζήτησης, ενώ η χαμηλή παραγωγική ικανότητα είναι πρόβλημα προσφοράς. Το πρώτο μπορεί να αντιμετωπισθεί σχετικά γρήγορα, εφόσον εκλείψει η παρατεταμένη οικονομική αβεβαιότητα, βελτιωθούν οι συνθήκες ρευστότητας, αξιοποιηθούν διαθέσιμες πηγές εξωτερικής χρηματοδότησης και η δημοσιονομική πολιτική είναι όσο το δυνατόν λιγότερο περιοριστική. Εφόσον διατηρείται το αρνητικό παραγωγικό κενό, υπάρχει περιθώριο γρήγορων κερδών (quick wins) ανάπτυξης στο βραχυχρόνιο διάστημα. Με αυτό ως δεδομένο, είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς σε όρους μακροοικονομικής πολιτικής το πρωτογενές πλεόνασμα 3.9% του ΑΕΠ το 2016 έναντι στόχου προγράμματος 0.5%, τις καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση του νομοθετικού πλαισίου για την ρύθμιση των μη εξυπηρετούμενων τραπεζικών ανοιγμάτων, τις καθυστερήσεις στη προώθηση  ψηφισμένων επενδυτικών σχεδίων όπως το Ελληνικό, και την άρνηση ανάληψης ιδιοκτησίας των μεταρρυθμίσεων που έχουν ψηφιστεί από την ελληνική κυβέρνηση στα πλαίσια του τρίτου ελληνικού προγράμματος. Όλα τα παραπάνω λειτουργούν ως τροχοπέδη στη βελτίωση των συνθηκών ζήτησης και των οικονομικών προσδοκιών, ενώ οι περιοχές στις οποίες αναφέρονται θα μπορούσαν να δώσουν μεγάλη ώθηση για την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας.

Εφόσον επιτευχθούν τα quick wins που δημιουργεί η ύπαρξη του αρνητικού παραγωγικού κενού, η διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης απαιτεί μεταρρυθμίσεις που θα αλλάξουν το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο αναβαθμίζοντας την πλευρά της ελληνικής προσφοράς. Η σύγχρονη μακροοικονομική θεωρία προβλέπει ότι το δυνητικό ΑΕΠ αυξάνεται με τη μακροχρόνια απασχόληση, το επίπεδο παραγωγικότητας και την εξωτερική ανταγωνιστικότητα. Το επίπεδο μακροχρόνιας απασχόλησης είναι συνάρτηση του βαθμού ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και της ποιότητας του ανθρωπίνου κεφαλαίου. Η παραγωγικότητα εξαρτάται από το ύψος των επενδύσεων σε ανθρώπινο και φυσικό κεφάλαιο, το οποίο με τη σειρά του καθορίζεται από τη φιλικότητα μιας χώρας προς το επιχειρείν και τη θεσμική της επίδοση σε μια σειρά κρίσιμων περιοχών όπως το φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα, η επιβολή των νόμων, η προστασία των επενδυτικών δικαιωμάτων και η αποτελεσματική λειτουργία της δικαιοσύνης. Η εξωτερική ανταγωνιστικότητα αυξάνεται με τη μείωση του οριακού κόστους παραγωγής (μείωση κόστους παραγωγής ή/και αύξηση παραγωγικότητας) και τη μείωση των περιθωρίων (mark-ups) που ενσωματώνονται στις τελικές τιμές επί του οριακού κόστους παραγωγής. Τέλος, τα mark-ups, με τη σειρά τους, καθορίζονται κυρίως από το βαθμό ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και την έμμεση φορολογία.

Η διεθνής εμπειρία από χώρες όπως οι Μεγάλη Βρετανία και Ιρλανδία τη δεκαετία του 1980, ο Καναδάς και οι Σκανδιναβικές χώρες τη δεκαετία του 1990, η Γερμανία και οι χώρες της κεντρικής/ανατολικής Ευρώπης τη δεκαετία του 2000, και οι Πορτογαλία, Ισπανία και Κύπρος τη περίοδο μετά το 2012, δείχνει ότι στοχευμένες παρεμβάσεις στις περιοχές που αναφέραμε παραπάνω είναι σε θέση να βελτιώσουν σημαντικά τις μακροχρόνιες αναπτυξιακές προοπτικές μιας οικονομίας, να βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και να μειώσουν τις ανισότητες στη κατανομή εισοδήματος.  Κατά την περίοδο 2012-14, η Ελλάδα πέτυχε πρόοδο προς την κατεύθυνση αυτή, όπως δείχνει και η βελτίωση της θέσης της στην κατάταξη φιλικότητας προς το επιχειρείν (Ease of Doing Business Index) που δημοσιεύει η Διεθνής Τράπεζα, από τη θέση 109 το 2010 στη θέση 61 στις αρχές του 2015. Όμως, την περίοδο 2015-16 η μεταρρυθμιστική προσπάθεια διακόπηκε, σε ορισμένους δε κρίσιμους τομείς, όπως π.χ. το επίπεδο διαφάνειας και διαφθοράς παρατηρήθηκε οπισθοδρόμηση, όπως δείχνει η υποχώρηση της Ελλάδας κατά 11 θέσεις από το 2015 στο 2016 (από 58 σε 69) στην διεθνή κατάταξη διαφάνειας που δημοσιεύει ο οργανισμός Διεθνούς Διαφάνειας (TransparencyInternational). Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα σήμερα είναι με διαφορά η χώρα της ευρωζώνης με το μεγαλύτερο περιθώριο βελτίωσης στην πλευρά της προσφοράς, όπως δείχνουν πλήθος σχετικών διεθνών δεικτών σχετικοί με το επίπεδο  ανταγωνισμού, θεσμικής επίδοσης και ικανότητας προσέλκυσης επενδύσεων.

Αυτό βεβαίως είναι εξαιρετικά αρνητικό, δημιουργεί όμως και ένα παράθυρο ευκαιρίας. Συγκεκριμένα, η επίδοση της Ελλάδας στην πλευρά της προσφοράς είναι τόσο χαμηλή σε σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους της έτσι ώστε να έχει μεγάλα περιθώρια βελτίωσης σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Η βελτίωση αυτή είναι κυρίως ζήτημα πολιτικής βούλησης. Εάν η Ελλάδα εφαρμόσει μια μακροοικονομική πολιτική στηριγμένη στη σύγχρονη μακροοικονομική θεωρία και πλούσια διεθνή εμπειρία,και απαλλαγμένη από ιδεολογικές αγκυλώσεις και βραχυπρόθεσμους πολιτικούς σχεδιασμούς, η οικονομία της μπορεί να αναπτυχθεί με ταχείς ρυθμούς, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να βελτιώσει σημαντικά το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων. Τελικά, σε μεγάλο βαθμό, το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι πρόβλημα οικονομικής διακυβέρνησης. Εάν το πρόβλημα αυτό λυθεί, τότε η Ελλάδα με οργανωμένη προσπάθεια, σύμπνοια και στηριγμένη στο υψηλό ανθρώπινο δυναμικό της, μπορεί να αφήσει οριστικά πίσω της την κρίση. Η Ελλάδα, είναι ένα θαύμα που περιμένει να συμβεί! 

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.