Με τους συναγερμούς για την πυροδότηση μιας παρατεταμένης ύφεσης στην παγκόσμια οικονομία να έχουν ηχήσει ήδη από τις αρχές του καλοκαιριού και τους ρυθμούς ανάπτυξης να φθίνουν ολοένα και περισσότερο, ορισμένοι από τους πιο ισχυρούς κεντρικούς τραπεζίτες του πλανήτη καλούνται να πάρουν κρίσιμες αποφάσεις για να αναζωογονήσουν την οικονομία.

Σε ένα κρίσιμο πενθήμερο στα μέσα Σεπτεμβρίου (12 Σεπτεμβρίου - 17 Σεπτεμβρίου) τόσο η ΕΚΤ όσο και η Fed θα πρέπει να δώσουν απαντήσεις και να βγάλουν από τα «λιμνάζοντα νερά» την παγκόσμια οικονομία, αφήνοντας στην άκρη τη λέξη «αναμονή».

Σύμφωνα με μεγάλη μερίδα αναλυτών, η στρατηγική που αναμένεται να ακολουθήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι η επαναφορά του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (QE) που θα περιλαμβάνει νέες αγορές τίτλων και μεγαλύτερη πτώση των ήδη αρνητικών επιτοκίων που μέχρι σήμερα ξεπερνούν τα 17 τρισ. χρέους. Η υπερβολική συσσώρευση χρέους μέχρι στιγμής δείχνει να μην έχει κινηθεί σε παραγωγικούς τομείς ώστε να φτάσει σε ένα επίπεδο μελλοντικής αποπληρωμής του.

Παράλληλα, το διεθνές περιβάλλον έχει επιβαρυνθεί ιδιαίτερα στη δεκαετία της κρίσης από την εκτίναξη του ιδιωτικού χρέους, που παρά τους τεράστιους όγκους χρηματοδότησης από τις κεντρικές Τράπεζες, συνεχίζει να αποτελεί τροχοπέδη για την παγκόσμια ανάπτυξη.

Το έργο δεν είναι καθόλου εύκολο για τους δύο ισχυρούς άνδρες της παγκόσμιας οικονομίας, Μάριο Ντράγκι και Τζερόμ Πάουελ έχουν να λύσουν έναν «Γόρδιο Δεσμό» που περιπλέκεται επικίνδυνα γύρω από τα αρνητικά επιτόκια, την πολιτική παρέμβαση των κυβερνήσεων και τα μέτρα δράσης που μπορούν να λάβουν αυτές (επεκτατική δημοσιονομική πολιτική) μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας με δασμούς και Brexit.

Η Fed έδρασε πρώτη στο πεδίο των επιτοκίων τον Ιούνιο, μειώνοντάς τα κατά 25 μονάδες βάσης απογοητεύοντας εν μέρει τις αγορές που ανέμεναν πιο δραστική μείωση. Η κίνηση του Τζερόμ Πάουελ ήταν μια κίνηση στρατηγικής που από τη μία δεν ήθελε να απογοητεύσει τις αγορές και από την άλλη προσπάθησε να κερδίσει χρόνο ώστε να διαπιστώσει πότε και τι θα δρομολογήσουν οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες για να τονώσουν τις οικονομίες τους. Παράλληλα, ο κεντρικός τραπεζίτης των ΗΠΑ είχε-και έχει- να αντιμετωπίσει μια ασφυκτική πίεση και πολιτική στοχοποίηση από τον Ντόναλντ Τραμπ, που έχει βρει τον «ιδανικό εσωτερικό εχθρό» για να του χρεώσει ενδεχόμενη μακροπρόθεσμη προσωπική πολιτική αποτυχία.

Το σήμα ελήφθη και ο «Σούπερ Μάριο», δύο μήνες πριν παραδώσει το τιμόνι της ΕΚΤ στα χέρια της Κριστίν Λαγκάρντ, θα ακολουθήσει όπως αναμένεται τη Fed στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής. Το ζήτημα που προκύπτει είναι αν το πακέτο που θα ανακοινώσει θα τονώσει την οικονομία της Ευρωζώνης ή θα την αφήσει με τα συμπτώματα μιας υποβόσκουσας ασθένειας όπως είναι αυτή που προκαλούν τα αρνητικά επιτόκια. Πρωταρχική μέριμνα του Μάριο Ντράγκι θα είναι να προσπαθήσει να δώσει «καύσιμα» στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, τη Γερμανία, που έριξε ταχύτητα τους τελευταίους μήνες λόγω των αυξανόμενων εντάσεων από την παγκόσμια αβεβαιότητα (Brexit, εμπορική διένεξη ΗΠΑ - Κίνας, πυρηνική συμφωνία με Ιράν). Την ίδια ώρα, όμως, η Deutsche Bank, προειδοποιεί ότι μία περαιτέρω μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ θα έχει ελάχιστο αποτέλεσμα στην οικονομία, ενέχοντας πολλούς κινδύνους.

Το στοίχημα ότι η τρέχουσα παγκόσμια επιβράδυνση θα μετατραπεί σε ύφεση δεν σημαίνει, αυτόματα, ότι οι τρέχουσες προσπάθειες τόνωσης τόσο της ΕΚΤ όσο και της Fed θα πέσουν στο κενό, και αυτό γιατί οι κεντρικές τράπεζες δρουν για να αποφευχθεί μια ύφεση. Η έλλειψη εμπιστοσύνης που διαχέεται στο τραπεζικό και οικονομικό σύστημα παγκοσμίως, δεν είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί με μια μεγαλύτερη μείωση των επιτοκίων, αλλά με την επίλυση πραγματικών οικονομικών σοκ όπως είναι η εμπορική διένεξη ΗΠΑ - Κίνας και το Brexit που εδώ και τρία ολόκληρα χρόνια αποτελεί «βαρίδι» για την ΕΕ.

Οι κεντρικές τράπεζες δεν διαθέτουν στο «οικονομικό τους οπλοστάσιο» τέτοια εργαλεία παρέμβασης αλλά μειώνοντας τα επιτόκια αυξάνουν περισσότερο τους κινδύνους για το σκάσιμο μιας ωρολογιακής υφεσιακής βόμβας και δίνουν το κατάλληλο πάτημα σε κυβερνήσεις να παραμένουν απαθείς συνεχίζοντας με τους ίδιους κανόνες το παιχνίδι.

Το μεγάλο ζήτημα που προκύπτει είναι αν η παγκόσμια οικονομία έχει ανάγκη και επιζητά την «αντιδραστικότητα» μιας κεντρικής τράπεζας - κάτι που αφορά κυρίως την ΕΚΤ - και τη Fed, από την άλλη πλευρά, που να επικεντρώνεται στο «συμμάζεμα» της οικονομίας, μετά την πυροδότηση μιας κρίσης ή τη διορατικότητα που αντιτίθεται στις υπερβολές πριν ξεσπάσουν οι κρίσεις; Οι κεντρικές τράπεζες έχουν κινητοποιηθεί από τις ενδείξεις ότι βαδίζουμε με γοργούς ρυθμούς στο τέλος ενός μεγάλου οικονομικού κύκλου και αναζητούν το κατάλληλο μείγμα οικονομικής πολιτικής ώστε να αντιμετωπίσουν μια μελλοντική ύφεση.

Το πώς θα επιλέξουν να δράσουν αυτή τη φορά αναμένεται να το μάθουμε στις 12 Σεπτεμβρίου (για τη ΕΚΤ) και στις 17 του μήνα (για τη Fed)...