Οι αλλαγές σε ένα σύστημα οργάνωσης της Κοινωνίας είναι δύο ειδών, παραμετρικές και δομικές. Παραμετρικές είναι οι αλλαγές σε επί μέρους λειτουργίες των συντελεστών του Συστήματος. Για παράδειγμα, στον τομέα της Υγείας, παραμετρική είναι η αλλαγή στο ύψος της αμοιβής και τον τρόπο εργασίας των γιατρών. Δομική αλλαγή είναι η προσθήκη, κατάργηση ή ριζική αλλαγή των σχέσεων μεταξύ των συντελεστών του συστήματος. Δομική αλλαγή στην Υγεία, είναι η κατάργηση των ασφαλιστικών εισφορών και η αντικατάστασή τους με φορολογικά έσοδα για τη χρηματοδότηση της κρατικής δαπάνης υγείας.

Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως η πλειοψηφία των Υπουργών και το μεγαλύτερο μέρος του νομοθετικού έργου στην Υγεία μετά τη Μεταπολίτευση αφορά αποκλειστικά παραμετρικές μόνο αλλαγές. Οι πραγματικά μεταρρυθμιστικές προσπάθειες ήταν ελάχιστες και συνήθως ατελέσφορες. Ο όρος Μεταρρύθμιση πολλές φορές, χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά, αφού οι μεγάλες αλλαγές, όταν εξαγγέλλονται ως Μεταρρυθμίσεις, κερδίζουν ακόμη και Εκλογές, όπως στην Ελλάδα το 1981 και το 1985 με το ΕΣΥ.    

Ιστορικά και διαχρονικά, οι αλλαγές και οι μεταρρυθμίσεις στην Υγεία δεν είναι εύκολες πολιτικά. Αιτία είναι η πολυπλοκότητα του συστήματος, ο μεγάλος αριθμός των «παικτών», τα αντικρουόμενα συμφέροντα, η άνιση κατανομή της γνώσης και της πληροφόρησης και η αδιαφάνεια και πολυπλοκότητα των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των παικτών, αλλά και του Κράτους με αυτούς. Σε κάθε περίπτωση η κάθε Μεταρρύθμιση παρεμβαίνει τόσο στους παράγοντες του συστήματος όσο και στον τρόπο με τον οποίο αυτοί επιδρούν στο τελικό αποτέλεσμα. Η αξιολόγηση, όμως, της Μεταρρύθμισης απαιτεί Μέτρα και Δείκτες.

Αν μπορούσαμε να κατασκευάσουμε ένα στατιστικό μέγεθος, ένα μέτρο, που αντικατοπτρίζει κατά τρόπο επιστημονικά αποδεκτό την κοινωνική αποδοχή και την αποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας σε σχέση με το κόστος της λειτουργίας του, θα μπορούσαμε να κρίνουμε αν και κατά πόσον η πολιτική διαχείρισή του προσθέτει στη συνολική ευημερία της κοινωνίας. Ταυτόχρονα, θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε τη σχετική βελτίωσή του με παραμετρικές ή και δομικές αλλαγές. Έτσι θα γνωρίζαμε αν μία πολυδιαφημισμένη «αλλαγή» μέσα στο σύστημα υγείας είχε θετικό, μεγάλο ή μικρό αντίκτυπο στο «ζητούμενο», που δεν είναι άλλο από το επίπεδο υγείας του πληθυσμού.

Η «παραγωγή» της Υγείας, όπως και όλων των υλικών αγαθών και των υπηρεσιών μετριέται σήμερα με πολλούς και διάφορους τρόπους. Με τους δείκτες υγείας, με τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα, με το προσδόκιμο ζωής ακόμη και με το βαθμό ικανοποίησης του πολίτη σε εξειδικευμένες διαχρονικές έρευνες. Και επειδή, όπως κάθε παραγωγική διαδικασία, έτσι και η Υγεία «κοστίζει», περίπου το 10% του ΑΕΠ μίας χώρας, οι κυβερνήσεις θέλουν να ξέρουν αν και πόσο αυτό που «παράγεται» στον τομέα της Υγείας «αξίζει τα λεφτά».

Όταν λέμε Κυβερνήσεις, αν είμαστε έντιμοι, θα ομολογήσουμε πως αυτό, ιστορικά, δεν συμβαίνει στη χώρα μας. Καμία Κυβέρνηση και κανένας Υπουργός Υγείας, δεν «μέτρησε» τη συγκριτική απόδοση του τομέα του, διαχρονικά. Άλλωστε, η θητεία των Πολιτικών που ανέλαβαν την ευθύνη της Υγείας, κρίνεται στο, συνήθως σύντομο, χρονικό διάστημα της Βουλευτικής θητείας. Δεν θυμάμαι Υπουργό ή Κόμμα να χρησιμοποιεί δείκτες αποτελεσματικότητας για να «διαφημίσει» το έργο του. Τα «δώρα» σε συνδικαλιστές ήταν πάντα ευκολότερα και απείρως πιο «χρήσιμα» για την επανεκλογή. Ίσως γι’ αυτό, το σύνθημα «Καλύτερη Υγεία για το Λαό» χρησιμοποιείται από όλους και πάντα ανέξοδα.