Η έξοδος στις αγορές είναι ένα αναγκαίο βήμα για την απεξάρτησης της χώρας από τα μνημόνια και τις δεσμεύσεις με τους δανειστές μας. Είναι στην ουσία επανάκτηση μέρους της εθνικής κυριαρχίας και σημάδι έναρξης μιας διαδικασίας απόκτησης βαθμών ελευθερίας στη δημοσιονομική διαχείριση.

Είναι ένα πρώτο στάδιο - το οποίο έχουμε επιχειρήσει ξανά - μιας μακράς διαδικασίας που απαιτεί πολλά χρόνια και δεν ολοκληρώνεται μέχρι να αποπληρώσουμε πλήρως τους εταίρους μας.

Από μόνη της η έξοδος στις αγορές δε μπορεί να αξιολογηθεί. Θα πρέπει να δώσει την τάση και το έναυσμα ότι είναι πράγματι μια κίνηση που θα έχει συνέχεια και συνέπεια. Μια κίνηση που είναι μέρος ενός συνεκτικού σχεδίου για την μόνιμη αναχρηματοδότηση του ελληνικού δημόσιου χρέους από τις κεφαλαιαγορές.  

Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να γίνει κάτι που δεν το έχει κάνει καμία κυβέρνηση έως τώρα και αυτό είναι να ολοκληρώσει τις αξιολογήσεις χωρίς την πίεση των πληρωμών και την απειλή της χρεοκοπίας. Και αυτό γιατί μέχρι τον Αύγουστο του 2018 η Ελλάδα πρέπει να βγει 2 με 3 φορές ακόμα στις αγορές, ώστε εμφατικά να υπογραμμίσει τη δυνατότητά της να χρηματοδοτείται δίχως την ανάγκη των χρηματοδοτικών προγραμμάτων του ΔΝΤ και του ESM.

Για να πραγματοποιήσει όμως 3 εκδόσεις σε διάστημα ενός έτους θα πρέπει να έχεις δημιουργήσει μια θετική είδηση, μέρος ενός ευρύτερου αφηγήματος. Και η μόνη θετική είδηση που μπορεί να δημιουργηθεί σε αυτήν την περίοδο είναι η απρόσκοπτη, γρήγορη και αποφασιστική ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

Τα ιστορικά στατιστικά στοιχεία δεν είναι με το μέρος μας σε αυτό το σημείο καθώς μέχρι τώρα οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν έχουν θελήσει να ολοκληρώσουν καμία αξιολόγηση δίχως την πίεση αποπληρωμής κάποιου ομολόγου ή υποχρέωσης προς τον επίσημο τομέα. Σε αυτό το διάστημα του ενός έτους οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας θα είναι εξασφαλισμένες αφαιρώντας έτσι τον μοναδικό μέχρι τώρα αποτελεσματικό μοχλό πίεσης  για τις ολοκληρώσεις αξιολογήσεων. Καθίσταται λοιπόν σαφές πως αυτή η κυβέρνηση καλείται να «πρωτοτυπήσει» και σε σχέση με τον εαυτό της και σε σχέση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις.

Ο οδικός χάρτης για να επιτευχθεί αυτό το αυτονόητο αλλά τόσο σημαντικό επίτευγμα προϋποθέτει να βλέπαμε τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο τις διαδικασίες αξιολόγησης να κινηθούν πολύ γρήγορα, πολύ διαφορετικά και πολύ συγκροτημένα σε σχέση με ό,τι συνέβαινε μέχρι τώρα. Οι όποιες προαπαιτούμενες δράσεις να κλείσουν γρήγορα και αυτό να πλαισιωθεί από την ολοκλήρωση μιας από τις ιδιωτικοποιήσεις που είναι μέσα στο μνημόνιο. Αρκεί να σημειωθεί πως σύμφωνα με το συμπληρωματικό μνημόνιο του Μαΐου του 2017  μόνο έως τον Οκτώβριο η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται να ψηφίσει και να εφαρμόσει 9 μέτρα και δράσεις που αφορούν τη δημοσιονομική πολιτική, τον ανταγωνισμό και την απασχόληση. Μέτρα που έχουν να κάνουν με θέματα όπως η διευκόλυνση της αδειοδότησης των επιχειρήσεων, η ενίσχυση της προτεραιότητας των εξασφαλισμένων πιστωτών και η θέσπιση ορίων στον αριθμό των συμβασιούχων που απασχολούνται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Πολιτικές και δράσεις που είναι στην αντίπερα όχθη της κυβερνητικής νοοτροπίας και αντίληψης για το πως θα πρέπει να λειτουργεί ένα σύγχρονο κράτος και μια δυναμική οικονομία.

Ένας τέτοιος σχεδιασμός θα σηματοδοτήσει ότι η κυβέρνηση άλλαξε ταχύτητα και κατεύθυνση, ότι έπαψε να  δίνει μάχη οπισθοφυλακών και επικεντρώνεται στην προσπάθεια για να βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Το γεγονός ότι η έκδοση του ομολόγου υπερκαλύφθηκε και πήραμε ένα επιτόκιο υποφερτό, είναι σημαντικό κυρίως για συμβολικούς και ψυχολογικούς λόγους. Αλλά ακόμα και σε αυτό το μέτωπο η υπερκάλυψη ήταν 3 φορές χαμηλότερη και το spread του επιτοκίου σε σχέση με την αντίστοιχη γερμανική έκδοση 42,5 μονάδες βάσης υψηλότερο από την απόδοση της αντίστοιχης έκδοσης του 2014.

Ας μην ξεχνάμε τέλος ότι αυτή η έκδοση φορτώνει τον ελληνικό λαό με ένα επιτόκιο που είναι υψηλότερο από 3 ποσοστιαίες μονάδες από το επιτόκιο δανεισμού μας από τον ESM.

Συνεπώς φορτώνει με νέα βάρη τους Έλληνες πολίτες.

Εν κατακλείδι, και αυτά τα νέα βάρη θα δικαιολογούνται αν ήταν το πρώτο βήμα μια σειράς δράσεων που θα μας οδηγήσουν στην απεξάρτησή μας από τα μνημόνια και τους πιστωτές.

Αν είναι όμως ένα απλό πυροτέχνημα επικοινωνιακού χαρακτήρα, που δεν θα συνοδευτεί από μια νέα αντίληψη για τη διαχείριση του κράτους, τα δημόσια οικονομικά, τις μεταρρυθμίσεις και τη διαπραγμάτευση με τους πιστωτές, τότε θα αποτελεί ένα ακόμα βαρίδιο στο τεράστιο απόθεμα δημοσίου χρέους που οι παθογένειές μας έχουν δημιουργήσει.

 

Επιμέλεια: Στέλλα Κεμανετζή