Δίπλα στο πλήθος των οικονομικών αναλύσεων για τις συνέπειες του κορονοιου εχει αρχίσει αντιστοίχως να αναπτύσσεται μια νέα θεώρηση που φιλοδοξεί να προσεγγίσει και να περιγράψει μια νέα αρχιτεκτονική ανάπτυξης, που ενώ θα περιλαμβάνει αριθμοδείκτες και στόχους θα εξελίσσεται επιπλέον ταυτόχρονα στον χώρο και στον χρόνο με όρους κοινωνικούς, πολιτικούς, πολιτισμικούς και τεχνικούς / τεχνολογικούς σε μια κατ’ αναλογία φυσική εντελέχεια.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο σκοπός του παρόντος κειμένου είναι να προβάλλει και υποστηρίξει μια σχετικά καινοτόμο πρόταση κρατικής/κρατικά συντονισμένης δράσης που αφορά στην προετοιμασία της επόμενης – μετά covid 19 – ημέρας.

Στο επίκεντρο τίθενται τα θέματα του πλούτου που μπορεί να διασφαλιστεί και εξαχθεί από την αποκατάσταση, προστασία και κατάλληλη εν γένει αξιοποίηση των αποθεμάτων που διαθέτει η χώρα, αφενός με όρους φυσικών περιβαλλοντικών πόρων και αφετέρου με όρους πολιτιστικών ή παραγωγικών και διατροφικών παραδόσεων.

Επισημαίνεται ότι τα θέματα αυτά θα ήταν άξια από πολλές απόψεις να απασχολήσουν κατά προτεραιότητα ακόμα και ανεξάρτητα από την τρέχουσα υγειονομική κρίση, ενώ όμως μπορεί να αποκτήσουν ιδιαίτερη δυναμική στη σύλληψη και εφαρμογή τους ακριβώς λόγω της πανδημίας και σαν ένα από τα μέτρα που μπορούν να συμβάλλουν ποικιλότροπα στο να ξεπεραστεί το όλο πρόβλημά της. Η δε εδώ προβαλλόμενη και υποστηριζόμενη πρόταση διεκδικεί τίτλο πρωτοτυπίας όχι τόσο γιατί αφορά σε κάτι που δεν γίνεται ήδη, αλλά ακριβώς για την ιδαίτερη δυναμική που μπορεί να του προσδώσει.

Συνοπτικά, η κεντρική ιδέα είναι το κράτος να κινηθεί προς την κατεύθυνση της κήρυξης επιλεγμένων περιοχών της επικράτειάς του ( π.χ από αυτές που ήδη ανήκουν στο δίκτυο προστασίας της φύσης NATURA 2000 και περιέχουν άναρχα δασωμένους ή εν πάσει περιπτώσει εγκαταλελειμμένους αγρούς ή βοσκότοπους), σε ιδιαίτερο καθεστώς αποκατάστασης, προστασίας και αξιοποίησης.

Αυτό, υπό κάποιο ανάλογο όνομα, όπως πχ θα ήταν το ΠΑΡΚΑ ΕΝΕΡΓΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ή ΕΝΕΡΓΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΡΚΑ, θα διακρίνονταν ακριβώς για την ενεργό διατήρηση των παραδοσιακών ελληνικών αγροτικών και κτηνοτροφικών προτύπων, καθώς στην πράξη θα διασφαλίζονταν από ειδικές προϋποθέσεις, σχέδια και προδιαγραφές, όπως ενδεικτικά τα παρακάτω:

  • Ανάκτηση των σχετικών γαιών που έχουν άναρχα δασωθεί ή εν πάσει περιπτώσει εγκαταλειφθεί από την παραδοσιακή γεωργοκτηνοτροφική τους χρήση και εκ νέου απόδοσή τους σε νέα, αποκλειστικά τέτοια, δηλαδή παραδοσιακή- γεωργική και κτηνοτροφική χρήση.
  • Υποβοήθηση, όπου χρειάζεται, για την αποκατάσταση των ιδίων και ως ενδιαιτημάτων/βιότοπων της τοπικής άγριας χλωρίδας και πανίδας.
  • Αυστηρή -και όπου είναι δυνατόν αποκλειστική- προτίμηση στην παραγωγή, αλλά και κατανάλωση τοπικών παραδοσιακών προϊόντων φυτικής προέλευσης, στα οποία και όπου είναι εφικτό, όπως πχ στα νωπά κηπευτικά, θα προτιμάται επίσης αποκλειστικά να είναι στην εποχή τους/ με παράλληλη άρα απαγόρευση κάθε μορφής μεταλλαγμένου ή εκτός εποχής κλπ.
  • Όμοια προτίμηση στις τοπικές παραδοσιακές και σε κάθε περίπτωση μη χημικές μεθόδους φυτοπροστασίας και λίπανσης/ με παράλληλη, άρα, απαγόρευση κάθε χημικού φυτοφαρμάκου, ζιζανιοκτόνου κλπ
  • Ανάλογος χειρισμός και για τα ερωτήματα της κτηνοτροφίας (ιδίως των αιγοπροβάτων), που εννοείται ότι κατά βάση θα είναι της κλασσικά ελεύθερης -εκτατικής βοσκής.
  • Καταρχήν προτίμηση στη χειρωνακτική εργασία και σε κάθε περίπτωση αποκλεισμός της χρήσης κάθε μορφής μηχανών, όπως γεωργικών ελκυστήρων κλπ, που παράγουν θόρυβο ή άλλους ρύπους ή μολύνσεις ή οχλήσεις, πέρα από κάποιο σχετικά ανεκτό όριο.
  • Ανάλογη προτίμηση στην εφαρμογή τοπικών παραδοσιακών μεθόδων στοιχειώδους μεταποίησης, καθώς και στο σεβασμό της τοπικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, αλλά και στη χρήση τοπικών φυσικών υλών, όπως ξύλου και πέτρας.
  • Ανάλογος, τέλος, χειρισμός και για τα ερωτήματα της διαμονής και επίσκεψης και των σχετικών καταλυμάτων, ξενοδοχειακής ή μη μορφής.

Άμεσα υποψήφιες για ένταξη στο σχέδιο περιοχές θα ήταν αυτές που, ως προαναφέρθηκε, ήδη ανήκουν στο διεθνές δίκτυο προστασίας της φύσης NATURA 2000, ενώ όμως επιπλέον διακρίνονται και για στοιχεία, όπως οι γνωστές πεζούλες ή ξερολιθιές, που ήδη κατά UNESCO 2018 αποτελούν προστατευτέα στοιχεία της παγκοσμίου άυλης κληρονομιάς, που εν προκειμένω θα μπορούν να αποκατασταθούν, προστατευθούν, αναδειχθούν και αξιοποιηθούν επίσης ως υλική τέτοια κληρονομιά.

Εναλλακτικά οι υποψήφιες περιοχές μπορούν να εντοπιστούν με αναφορά σε αυτό που ήταν μέχρι σχετικά πρόσφατα το σμιλευμένο από χιλιετιών ή εκατονταετηρίδων ως κλασσικό μεσογειακό ή και ιδιαίτερα ελληνικό τοπίο, όπως αυτό -αναστατωμένο στο μεταξύ πλήρως από τον πιο σύγχρονο, μεταπολεμικό μας πολιτισμό και τα αντιστοίχως νέα οικιστικά, παραγωγικά και καταναλωτικά πρότυπα- έχει φτάσει σήμερα να μην συντίθεται παρά από άναρχα δασωμένες και γενικώς εγκαταλελειμμένες γαίες. Τουτέστιν περιοχές, που η μεγαλύτερη πρακτική τους αξία μπορεί ήδη τώρα να μην είναι άλλη από το να γεμίζουν κοινά σκουπίδια κοινών επισκεπτών και κυρίως οργιώδη βλάστηση, αποτελούμενη κυρίως από πουρνάρια, κέδρους, φτέρες και βατσινιές, όπου το μόνο σχεδόν που μπορεί να επιζήσει ή πόσο μάλλον και να ευνοηθεί είναι τα αγριογούρουνα (που εξάλλου και για κάποιες άλλες αιτίες έχουν φτάσει να ενδημούν μέχρι και στα προάστια των Αθηνών), καθώς βέβαια και οι εύλογα, άρα, γνωστές πλέον σε όλους μας ως όλο και πιο συχνές, όλο και πιο μεγάλες δασικές ή υπαίθριες ή άγριες πυρκαγιές.

Εξυπακούεται ότι για τον προσδιορισμό των περιοχών αυτών, όπως και κυρίως για την ίδια την πράξη της αναγωγής τους σε τέτοια πάρκα, θα χρειαστεί πλήθος ειδικών, όπως γεωπόνοι, δασολόγοι, περιβαλλοντολόγοι, αρχιτέκτονες, ιστορικοί, νομικοί, κλπ, πλήθος επίσης τεχνιτών, όπως κτίστες, αλλά και απλών εργατών, καθώς βέβαια και πλήθος σχετικά νέων αγροτών, κτηνοτρόφων κλπ.

Αυτό με άλλα λόγια σημαίνει, ότι η εφαρμογή θα είναι ωφέλιμη και για την έννοια της αποκατάστασης και προστασίας του περιβάλλοντος, αλλά και για την έννοια της αντιμετώπισης της ανεργίας και γενικά της οικονομικής ανάπτυξης, που σημειωτέον, θα ωφελείται ποικιλότροπα με όρους εξωτερικών οικονομιών και για μια σειρά άλλους τομείς, όπως ο τουρισμός.

Συνεπώς υπογραμμίζεται, ότι, ως σημειώθηκε στην αρχή, μέρος της βασικής ιδέας είναι ακριβώς και στο να συμβάλει στην υπέρβαση της τρέχουσας κρίσης, η οποία, εκτός από υγειονομική, είναι ήδη και οικονομική, μάλιστα κατά τρόπο που θα χρειαστεί κρατική στήριξη έτσι και αλλιώς. Προτιμότερο, άρα, η στήριξη αυτή να λάβει τέτοιες χρήσιμες μορφές τύπου αμοιβή για κοινωφελές έργο, παρά παθητικές του τύπου επιδομάτων ανεργίας ή αναδουλειάς.

Πρέπει δε να επισημανθεί, ότι η ανάμειξη του κράτους δεν απαιτείται να είναι ούτε ασφυκτική, ούτε αποκλειστική, καθώς στο θέμα μπορεί κάλλιστα να συμμετάσχουν και καθαρά ιδιωτικοί πόροι, συμπεριλαμβανομένων και κερδοσκοπικών ή επενδυτικών, αλλά και άλλων με μορφή χορηγιών ή δωρεών, όπως επίσης δεν αποκλείεται και η συμμετοχή ως υποψήφιων ειδικών ή τεχνητών ή απλών εργατών ή σχετικά νέων αγροτών ή κτηνοτρόφων και όλων όσων τυγχάνουν με ιδιότητες όπως πρόσφυγα ή νομίμου μετανάστη και θέλουν πράγματι να μείνουν και εργαστούν εδώ.

Ιδεατά, η υλοποίηση θα μπορούσε να ξεκινήσει με μια δήλωση πρόθεσης του κράτους και εν συνεχεία με προκήρυξη σχετικών μελετών, μιας κεντρικής που θα προσδιορίσει και τις θεσμικές απαιτήσεις και ανά μίας σε κάθε περιφέρεια ή περιφερειακή ενότητα ή δήμο, που θα οδηγήσει κατευθείαν και στην επιλογή των περιοχών, περιλαμβανομένων και των όσων απαιτούνται σχετικά με την εξεύρεση των απαραίτητων οικονομικών πόρων, ως πχ με ανακατανομή ή ενίσχυση αυτών που διατίθενται ήδη από το ΕΣΠΑ, όπως βέβαια και από την εξαρχής ένταξη σε αυτό που έχει προαναγγελθεί ως το ταμείο ανάκαμψης της ΕΕ.

Τέλος, επισημαίνεται, ότι εκτός του κεντρικού κράτους, το σχέδιο μπορεί κάλλιστα να υλοποιηθεί και με αντίστοιχες πρωτοβουλίες των περιφερειακών ή δημοτικών αρχών. Οι δε θεσμικές αλλαγές που απαιτούνται είναι μάλλον μικρές, καθώς η σχετική η νομοθεσία είναι εν πολλοίς υπαρκτή, μάλιστα από καιρό και περιμένει μόνο την υλοποίησή της.

Γένοιτο!