Όπως είναι γνωστό, κατά την υποβολή δήλωσης εισοδήματος ενός φυσικού προσώπου ο φόρος εισοδήματος που το φυσικό πρόσωπο οφείλει, υπό κανονικές συνθήκες, μειώνεται αναλογικά σύμφωνα με το φόρο που έχει ήδη παρακρατηθεί από το εισόδημά του είτε στην ημεδαπή είτε στην αλλοδαπή.

Τι συμβαίνει, όμως, σε περίπτωση εκπρόθεσμης δήλωσης; Αρκετές ήταν οι περιπτώσεις φορολογούμενων φυσικών προσώπων που, μέχρι πρότινος, αντιμετώπιζαν το εξής πρόβλημα: οι φορολογούμενοι υπέβαλαν, για διάφορους λόγους, εκπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος για φορολογικά έτη προγενέστερα του 2014.

Στη δήλωση αυτήν, ορθώς δήλωναν το άθροισμα των καθαρών ποσών από τους μισθούς τους, καθώς και το φόρο που παρακρατήθηκε επ’ αυτών, υποβάλλοντας μαζί με τη δήλωσή τους και τις σχετικές βεβαιώσεις αποδοχών που είχε εκδώσει η εργοδότρια εταιρία τους. Ωστόσο, ύστερα από τη σχετική εκκαθάριση, η Φορολογική Διοίκηση εξέδιδε εκκαθαριστικό σημείωμα, από το οποίο προέκυπτε η υποχρέωσή τους για πληρωμή φόρου, χωρίς να έχει συμψηφιστεί ο παρακρατηθείς φόρος μισθωτών υπηρεσιών. Σε μερικές περιπτώσεις, μάλιστα, η Φορολογική Διοίκηση εξέδιδε εκκαθαριστικό σημείωμα μετά από «οίκοθεν τροποποιητική δήλωση», διενεργώντας, δηλαδή, επί της ουσίας έλεγχο από τα γραφεία της, χωρίς, όμως, να κοινοποιήσει εντολή ελέγχου και χωρίς να τηρήσει τις διαδικασίες προηγούμενης ακρόασης του φορολογούμενου.

Η εσφαλμένη αυτή εκκαθάριση βασιζόταν στο προβληματικό σκεπτικό της Φορολογικής Διοίκησης σύμφωνα με το οποίο είναι απαραίτητη η «έγκαιρη» υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, διότι διαφορετικά δεν προέβαινε σε συμψηφισμό του φόρου μισθωτών υπηρεσιών. Δηλαδή, η Φορολογική Διοίκηση υποστήριζε ότι σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης, το δικαίωμα συμψηφισμού του παρακρατούμενου φόρου μισθωτών υπηρεσιών είχε παραγραφεί για φορολογικά έτη πριν το 2014, παρά το γεγονός ότι ο φόρος είχε παρακρατηθεί και αποδοθεί και παρά το γεγονός ότι ακόμη δεν έχει γίνει καν η σχετική εκκαθάριση!

Το αποτέλεσμα ήταν η εσφαλμένη εκκαθάριση του καταβλητέου φόρου και η διπλή φορολόγηση. Αυτό εξανάγκαζε μάλιστα τους φορολογούμενους να καταφεύγουν σε ενδικοφανείς προσφυγές για την επίλυση της φορολογικής διαφοράς τους. Ωστόσο, οι φορολογούμενοι έχουν αρχίσει να δικαιώνονται με τη διαδικασία της ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ). Συγκεκριμένα, γίνεται δεκτό από τη ΔΕΔ ότι το ποσό που παρακρατήθηκε από μισθούς μπορεί να δηλώνεται ακόμα και μετά την παρέλευση πολλών ετών με εκπρόθεσμη δήλωση. Και αυτό, διότι δεν έχει παραγραφεί το δικαίωμα του φορολογούμενου να ζητήσει να μειωθεί ο φόρος που οφείλει κατά το ποσό του φόρου που του παρακρατήθηκε και αποδόθηκε στο Δημόσιο από τον εργοδότη του. Κατ’ αποτέλεσμα, η ΔΕΔ δέχτηκε ότι η τριετής προθεσμία παραγραφής του φορολογούμενου να ζητήσει πίσω φόρο (μέσω της έκπτωσης φόρου), η οποία ίσχυε για τα προγενέστερα του 2014 έτη, δεν ξεκινάει.

Επιπλέον, ενόψει της έκτασης του φαινομένου, η Φορολογική Διοίκηση εξέδωσε την υπ’ αριθμ 2204/2019 εγκύκλιό της, με την οποία διευκρινίστηκε ότι κατά τον υπολογισμό του φόρου εκπίπτει κάθε παρακρατούμενος ή προκαταβληθείς φόρος, καθώς και φόρος που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή ανεξάρτητα από το χρόνο υποβολής της δήλωσης.

Σε περίπτωση δε, που το ποσό του φόρου που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε είναι μεγαλύτερο από τον οφειλόμενο φόρο, η διαφορά επιστρέφεται, ενώ η παραγραφή εξετάζεται μόνον για το ποσό του οποίου αξιώνεται η επιστροφή. Με τον τρόπο αυτόν, φαίνεται ότι η Φορολογική Διοίκηση συμμορφώνεται με τη δικαστηριακή νομολογία και τις αποφάσεις της ΔΕΔ και επιλύεται το ζήτημα της παραγραφής και της έκπτωσης του παρακρατηθέντος φόρου μισθωτών υπηρεσιών, ώστε πλέον η έκπτωση να διενεργείται ανεξάρτητα από το γεγονός εάν ο φορολογούμενος έχει υποβάλει εμπρόθεσμη ή εκπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος.