Η Ελλάδα βρίσκεται, για μία ακόμη φορά, στην πρώτη γραμμή της κρίσης στις σχέσεις Δύσης-Ανατολής, με αιχμή το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα. Ενώ η Ελλάδα απέφυγε να εμπλακεί άμεσα στις πολεμικές επιχειρήσεις των τελευταίων δεκαετιών στην Εγγύς και Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, έχει γίνει και γίνεται συνεχώς αποδέκτης μεγάλου αριθμού προσφύγων και μεταναστών από τις πληγείσες και άλλες φτωχές χώρες. Στη διαμόρφωση της κατάστασης αυτής κρίσιμη έχει υπάρξει η απουσία αποτελεσματικού θεσμικού πλαισίου από πλευράς ΕΕ. Την κατάσταση εκμεταλλεύεται η Τουρκία αξιώνοντας συνεχώς ανταλλάγματα, ενώ η ΕΕ επιχειρεί να αποφύγει το πρόβλημα, περιοριζόμενη σε παροχή οικονομικής βοήθειας.

Βέβαια, η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάσθηκε και συγκροτήθηκε ως εμπορική και οικονομική ένωση, αργότερα και νομισματική, ελάχιστη δε ενοποίηση έχει επιτύχει σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Δεν διαθέτει επαρκώς εκτενή αρμοδιότητα για να επιτύχει αποτελέσματα, στους τομείς αυτούς. Δεν υπάρχει σε αυτούς σύμπνοια των κρατών μελών, που ακολουθούν κατά βάση εθνικές πολιτικές. Οι συμφωνίες του Δουβλίνου και οι συναφείς ρυθμίσεις έχουν αποδειχθεί δυσλειτουργικές και άδικες, ιδίως για τις χώρες υποδοχής όπως η Ελλάδα. Παραμένει όμως η ΕΕ και πάλι ένας ισχυρός διεθνής οργανισμός, στον οποίο μετέχει η Ελλάδα και όχι η Τουρκία -της οποίας όλες οι προσπάθειες ένταξης έχουν απορριφθεί λόγω πρωτίστως της αλγεινής κατάστασης σε αυτήν ως προς τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Σε αντίδραση προς τη νέα κλιμάκωση από την Τουρκία, η Κυβέρνηση αποφάσισε πρόσφατα, πέρα το προσωρινό κλείσιμο των συνόρων, την προσωρινή αναστολή εξέτασης χορήγησης αιτήσεων ασύλου (Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 02.03.2020) και, εν συνεχεία την περιστολή σημαντικών παροχών και ενισχύσεων προς τους αλλοδαπούς στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων εκείνων που έχουν νομικά αναγνωρισθεί ως πραγματικοί πρόσφυγες. Η Κυβέρνηση στηρίζει τις αποφάσεις τις αυτές μεταξύ άλλων στο άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος, που αναφέρεται σε λήψη μέτρων σε «εξαιρετικά επείγουσα και απρόβλεπτη ανάγκη αντιμετώπισης ασύμμετρης απειλής κατά της ασφάλειας της χώρας».

Παράλληλα, η Κυβέρνηση ζητεί τη λήψη μέτρων από την ΕΕ, επικαλούμενη το άρθρο 78 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Το άρθρο 78 ΣΛΕΕ προβλέπει την παροχή από την ΕΕ κατάλληλου καθεστώτος σε οποιοδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας χρήζει διεθνούς προστασίας, με τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης (άρθρο 78 παρ. 1 ΣΛΕΕ). Προβλέπει, επίσης, ότι εφόσον ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει επείγουσα κατάσταση, λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών, η ΕΕ μπορεί να εκδίδει, προσωρινά μέτρα υπέρ του εν λόγω κράτους μέλους (άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ).

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που αποτελεί δικαιοδοτικό όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην προσφάτως δημοσιευθείσα (την 13.02.2020) απόφασή του σε υπόθεση κατά της Ισπανίας (προσφυγές υπ’ αριθ. 8675/15 και 8697/15), έκρινε -λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο των εφαρμοστέων διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), του δικαίου της ΕΕ και των διεθνών συμβάσεων για τις συνθήκες και τους πρόσφυγες- ότι υφίσταται ευχέρεια κράτους μέλους να προβαίνει σε απέλαση / μη αποδοχή αλλοδαπών, όταν η αίτηση αυτών για ένταξη στο καθεστώς του πρόσφυγα είναι προδήλως καταχρηστική. Όταν, ιδίως, υπάρχει προσχεδιασμένη ομαδική προσπάθεια παράνομης και βίαιης μαζικής διέλευσης των χερσαίων συνόρων, ενώ υφίστατο η πραγματική δυνατότητα να ακολουθηθεί η νόμιμη οδός υποβολής αιτήσεων εισόδου. Παρέχονται επομένως στην Ελλάδα τα μέσα, σε οικονομικό και νομικό επίπεδο, να αντιμετωπίσει την υπό εξέλιξη κρίση, έστω με τις προφανείς δυσχέρειες που η προσπάθεια αυτή συνεπάγεται.

Όμως, πέραν του άμεσου κινδύνου που διαμορφώνεται από την κρίση για τα σύνορα και την εσωτερική ασφάλεια της Ελλάδας, ελλοχεύει και ένας λιγότερο άμεσος αλλά ιδιαίτερα σοβαρός κίνδυνος: ο κίνδυνος να παρασυρθεί η Χώρα σε ενέργειες που δεν είναι συμβατές με μια δημοκρατικά οργανωμένη Πολιτεία, στην προσπάθεια αντιμετώπισης των συνεχών και ασύμμετρων προκλήσεων από πλευράς Τουρκίας. Ήδη, πέραν των παραπάνω περιοριστικών μέτρων, συζητείται η λήψη περαιτέρω μέτρων, όπως η λειτουργία κέντρων κράτησης σε απομονωμένα νησιά, με ό,τι αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια στην πράξη.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζεται διεθνώς ως χώρα προαγωγής της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πέραν της εμπέδωσης θεσμών συλλογικής εκπροσώπησης και ελέγχου της εξουσίας από τους πολλούς, στο απώτατο παρελθόν, η Ελλάδα έχει σταθερά αγωνισθεί στο πρόσφατο παρελθόν εναντίον απολυταρχικών και απάνθρωπων καθεστώτων. Της αναγνωρίζεται διεθνώς η συμβολή της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η θυσία του λαού της στον αγώνα κατά του Άξονα. Αλλά της αναγνωρίζεται επίσης ότι, παρά τη φρικτή συγκυρία του ΒΠΠ, η Ελλάδα δεν μετήλθε των αυτών μέσων με τους αντιπάλους της: δεν προέβη σε βασανισμό και εκτελέσεις αιχμαλώτων, δεν εξόντωσε αμάχους, δεν διέπραξε εγκλήματα πολέμου -δεν σπίλωσε το ιστορικό όνομά της. Η αναγνώριση της Ελλάδας ως εγγυήτριας του ευρωπαϊκού πολιτισμού αποτέλεσε και αποτελεί σταθερό επιχείρημα, στις χώρες της Ευρώπης, για την αναγκαιότητα συμμετοχής της ως μέλους στο -έστω ατελές- ευρωπαϊκό οικοδόμημα, πέραν και ανεξαρτήτως της όποιας οικονομικής συγκυρίας. Πράγματι, κατά την πρόσφατη χρεωκοπία του ελληνικού δημοσίου, κρίσιμος παράγοντας συσστράτευσης των κρατών της ΕΕ, αλλά και των ΗΠΑ, υπέρ της παροχής οικονομικής βοήθειας και στήριξης στην Ελλάδα υπήρξε (πέρα από τις όποιες πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες) ακριβώς η θετική αντίληψη για τη θέση και τον ρόλο της Ελλάδας -και δη του ελληνικού λαού- στην πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία.

Η Ελλάδα δεν θα ωφεληθεί από εγκατάλειψη, εκούσια ή ακούσια, της θέσης της αυτής στη διεθνή συνείδηση. Ανεξάρτητα από τις νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το Σύνταγμα, το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο, η παράμετρος αυτή επιβάλλει σύνεση και προνοητικότητα στη διαχείριση του υπό εξέλιξη προβλήματος -και ιδίως στη μεταχείριση των ανθρώπων που έχει δεχθεί η Ελλάδα στο έδαφός της ως πρόσφυγες. Η παράμετρος αυτή υπερβαίνει μάλιστα το εμφανιζόμενο ως ιδεολογικό ή συναισθηματικό περίβλημα, με το οποίο ορισμένοι πολιτικοί ή κοινωνικοί χώροι επενδύουν την εκάστοτε συμπεριφορά τους.

Η Τουρκία, με την αδίστακτη πολιτική του καθεστώτος της, εμφανώς επιδιώκει να παρασύρει την Ελλάδα ακριβώς σε λήψη μέτρων και ενέργειες, οι οποίες θα προκαλέσουν αμφισβήτηση, στη διεθνή κοινή γνώμη, για το χαρακτήρα της ελληνικής Πολιτείας, ως δυτικής δημοκρατίας. Επιδιώκει εξελίξεις οι οποίες θα προξενήσουν αμφιβολίες, στην αντίληψη της διεθνούς κοινότητας, για τον ελληνικό λαό ως λαό με βαθιές και παγιωμένες ανθρωπιστικές παραδόσεις που δεν διαταράσσονται από κρίσεις και επεισόδια.

Ήδη, υπάρχουν ρήγματα στη θετική αυτή αντίληψη για την Ελλάδα, εξαιτίας της λειτουργίας άθλιων κέντρων όπως αυτού στη Μόρια, που είναι ήδη διαβόητα διεθνώς, με ευθύνη διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων, επί πολλά έτη.

Η υπό εξέλιξη κατάσταση θα πρέπει να ελεγχθεί άμεσα, καθώς ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Ανεξαρτήτως κλιμάκωσης των προκλήσεων, η προσήλωση της Ελλάδας στις βασικές σταθερές, που εγγυώνται εν τέλει τη θέση της στον δυτικό πολιτισμό, θα πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη. Οποιαδήποτε έκπτωση από τις αξίες αυτές, για τα όποια βραχυπρόθεσμα υποτιθέμενα οφέλη, θα παράσχει επιχειρήματα και αφορμές στους αντιπάλους της Ελλάδας, με σκοπό την ηθική της απαξίωση και την αποδυνάμωση της θέσης της διεθνώς. Αυτό είναι που φαίνεται να προσδοκά η Τουρκία, ως μέρος του ευρύτερου σχεδιασμού της.

Επομένως, στην προϊούσα κρίση με την Τουρκία, εκδήλωση της οποίας είναι και η έξαρση των ροών προς την Ελλάδα, η ελληνική Κυβέρνηση θα πρέπει να μεριμνήσει ώστε να προστατεύσει ασφαλώς τα σύνορα της Ελλάδας, αλλά και την καταξιωμένη θέση που με τόσο αίμα και θυσίες του ελληνικού λαού έχει αυτή κερδίσει στη διεθνή συνείδηση.