Η επένδυση σε ψηφιακές τεχνολογίες και δεξιότητες στα πλαίσια της δημιουργίας ενός Έξυπνου Εργοστασίου προσφέρει σήμερα οφέλη που μπορούν να εξασφαλίσουν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις που καινοτομούν. Αντιθέτως, για όσες δεν υιοθετούν λύσεις μετασχηματισμού προκύπτουν έντονες ανταγωνιστικές πιέσεις, με την επιβίωσή τους να καθίσταται αμφίβολη.  

Η διεθνής πρακτική έχει ήδη αρχίσει να μας δίνει τα πρώτα δείγματα γραφής: καλύτερη διαχείριση ποιότητας, συντόμευση του time to market, προληπτική συντήρηση, αυτοματοποίηση της αναπλήρωσης αποθεμάτων και εφοδιασμού, προσαρμογή της ποσότητας παραγωγής κατά περίπτωση, είναι μερικά μόνο από τα θετικά αποτελέσματα που έχουν καταγραφεί.

Οι επενδύσεις ψηφιοποίησης υποδεικνύουν ότι οδεύουμε σε μετάλλαξη, και όχι απλώς αλλαγή του μοντέλου λειτουργίας των επιχειρήσεων. Η ενσωμάτωση ψηφιακών συστημάτων και εργαλείων και η διασύνδεσή τους με τα τμήματα της επιχείρησης (εφοδιασμός πρώτων υλών, ανάπτυξη προϊόντων, παραγωγή, διάθεση, διαχείριση πελατών, κ.λπ.) μπορεί να επιφέρει το λεγόμενο “disruption”, δημιουργώντας βιομηχανικές μονάδες με πολύ μεγαλύτερο βαθμό λειτουργικής και παραγωγικής ευελιξίας σε σχέση με τις σημερινές. 

Στο σημείο όμως αυτό, προκύπτει ένα εύλογο, θεμελιώδες ερώτημα: Πώς μπορεί να επιτευχθεί μια έγκαιρη και ομαλή μετάβαση σε ένα ψηφιακό περιβάλλον; Ποιο είναι το δομικό στοιχείο που μπορεί να εξασφαλίσει σε μια επιχείρηση ότι η έκβαση του εγχειρήματός της θα είναι επιτυχής και θα οδηγήσει στα προαναφερθέντα οφέλη;

Πρωτίστως, θεμέλιος λίθος και βασική προϋπόθεση για να προχωρήσει η τεχνολογική αναβάθμιση είναι η σωστή αντίληψη των ίδιων των επιχειρήσεων. Αυτό που χρειάζεται είναι δέσμευση της διοίκησης μέσω ενός οράματος και μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής, η οποία θα αντιμετωπίζει την τεχνολογία όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως μέσο επίτευξης της επιθυμητής μετάλλαξης. Μια στρατηγική η οποία θα ορίζει στελεχιακό δυναμικό με βαθιά εμπειρία και τεχνογνωσία, που θα αναλάβει αποκλειστικά το έργο του μετασχηματισμού. 

Έχουν όμως όραμα και στρατηγική οι ελληνικές επιχειρήσεις; Το Παρατηρητήριο του ΣΕΒ δείχνει μια μάλλον αντιφατική εικόνα για τη χώρα μας. Ενώ 9 στις 10 επιχειρήσεις αναγνωρίζουν -πολύ ορθά- τη στρατηγική σημασία του ψηφιακού μετασχηματισμού, θεωρώντας ότι πρέπει να αποτελεί μια από τις βασικές προτεραιότητες της διοίκησης, εν τούτοις μόνο το 48% έχει μια ξεκάθαρη ψηφιακή στρατηγική που αναθεωρείται τακτικά, ενώ μόνο το 50% διαθέτει κάποιο ανώτερο στέλεχος, υπεύθυνο για τις πρωτοβουλίες και έργα της ψηφιακής μετάβασης. Ενώ λοιπόν ο ελληνικός επιχειρηματικός κόσμος είναι ενήμερος για την κρισιμότητα του ζητήματος και το διακύβευμα που προκύπτει σε περίπτωση αδράνειας, φαίνεται ότι διστάζει –ή δεν μπορεί- να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες, ώστε να μην αποτελέσει θεατή των εξελίξεων. Αυτή ακριβώς είναι μια από τις παραμέτρους που έχει καθηλώσει τις εγχώριες εταιρείες σε χαμηλά επίπεδα ψηφιοποίησης. 

Χωρίς υπεύθυνο σχεδιασμό ψηφιακής μετάβασης, η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί ώστε να ανταποκριθεί μια επιχείρηση στις προκλήσεις του σήμερα. Αναδεικνύεται λοιπόν η κομβική σημασία ενός μακροπρόθεσμου πλάνου, κατάλληλα προσαρμοσμένου στα χαρακτηριστικά της επιχείρησης (οργανωτική δομή, δεξιότητες, υποδομές, ανάγκες πελατών, κ.ά.), ως βάση για τη μετατροπή της σε μια σύγχρονη, αυτοματοποιημένη, ανταγωνιστική μονάδα, με ευέλικτες διαδικασίες, υψηλή ποιότητα παραγωγής, ικανοποιημένους πελάτες και καταρτισμένους εργαζόμενους που προσθέτουν αξία. 

Ο στρατηγικός σχεδιασμός αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την ψηφιακή μετάβαση, πάνω στην οποία θα «πατήσουν» οι υπόλοιπες παράμετροι που οδηγούν στη Βιομηχανία 4.0: δεξιότητες, τεχνολογία, καινοτομία, πρόθεση για αλλαγή.