Στην ερώτηση «πότε θα πάρω σύνταξη και πόση σύνταξη θα πάρω» η απάντηση, δυστυχώς, δεν είναι ποτέ δεδομένη. Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας υπάρχει πάντα η προοπτική ενός προγράμματος ιδιωτικής ασφάλισης, που αν μη τι άλλο, μπορείτε να καθορίσετε εσείς το πόσα χρήματα θα πάρετε ως σύνταξη, πότε θα τα πάρετε και για πόσο χρονικό διάστημα.

Καταρχάς θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το ιδιωτικό πρόγραμμα συνταξιοδότησης σημαίνει και μακροχρόνια δέσμευση. Ειδικά αν επιλέξετε κάποιο πρόγραμμα ετήσιων καταβολών, δεσμεύεστε για τα επόμενα 15-20 χρόνια ότι θα μπορείτε να καταβάλετε τα ασφάλιστρα. Εκτός, όμως από την δέσμευση των χρημάτων σας, η επιλογή της ασφαλιστικής εταιρείας που θα κάνετε είναι αρκετά σημαντική. Σε αντίθεση παραδείγματος χάριν με την επιλογή τράπεζας που μπορείτε ανά πάσα στιγμή να μεταφέρετε τον λογαριασμό σας, στην ασφαλιστική η επιλογή σας είναι απόλυτα δεσμευτική καθώς «μεταφορά συμβολαίου» δεν νοείται, χωρίς τουλάχιστον σημαντικές απώλειες στα κεφάλαια που μεταφέρετε.

Κρατήστε τις προσδοκίες σας χαμηλά

Θα πρέπει επίσης να γίνει κατανοητό ότι το ιδιωτικό πρόγραμμα συνταξιοδότησης δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κανονική σύνταξη από το Ταμείο Ασφάλισής σας, αλλά λειτουργεί συμπληρωματικά. Όπως είναι λογικό, με το χαμηλό ύψος ετησίων καταβολών που «τρέχουν» τα περισσότερα προγράμματα (500-1000 ευρώ τον χρόνο), το ύψος της σύνταξης που θα λάβετε, στην λήξη του προγράμματος, δεν θα είναι ιδιαίτερα υψηλό. Για να γίνει κατανοητό το τι θα πρέπει να περιμένετε από ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, θα πρέπει προηγουμένως να περιγράψουμε το πώς ένα τέτοιο πρόγραμμα λειτουργεί.

Στα κλασικού τύπου προγράμματα που αποτελούν και τη συνηθέστερη περίπτωση, οι εκάστοτε καταβολές του πελάτη επενδύονται σε ένα φάσμα επενδύσεων, που συνήθως περιλαμβάνει μετοχές, ομόλογα, καταθέσεις, ακίνητα, αμοιβαία κεφάλαια κ.λπ. Η ασφαλιστική εταιρία εγγυάται κάθε χρόνο μια ελάχιστη απόδοση που συνήθως κυμαίνεται από 2,75%-3,35% και το 90% της όποιας υπεραπόδοσης ενδεχομένως προκύψει. Τι σημαίνει αυτό; Ότι αν η απόδοση του χαρτοφυλακίου τον πρώτο χρόνο είναι -2%, τότε ο πελάτης θα καρπωθεί το ελάχιστο 3,25% που του εγγυάται κάθε χρόνο η ασφαλιστική εταιρία.

Αν τώρα το δεύτερο χρόνο, η απόδοση του χαρτοφυλακίου είναι 10%, τότε ο πελάτης θα πάρει το ελάχιστο 3,25% και το 90% της υπεραπόδοσης, δηλαδή το 90% του 10%-3,25%, δηλαδή 3,25%+6,075%= 9,325%.

Αποταμίευση ή επένδυση;

Ένα τρίτο σημείο που θα πρέπει να ξεκαθαρίσετε, είναι το αν σας ενδιαφέρει πρωτίστως η αποταμίευση ή η επένδυση των χρημάτων που διαθέτετε για την συνταξιοδότησή σας. Στην πρώτη περίπτωση, θα πρέπει να επιλέξετε ένα πρόγραμμα με εγγυημένη σύνταξη και εφάπαξ καταβολή, ενώ στην δεύτερη περίπτωση μπορείτε να προτιμήσετε ένα unit-linked συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που συνδέει την ασφάλιση με την επένδυση σε αμοιβαίο κεφάλαιο, κάτι το οποίο σημαίνει μεγαλύτερο ρίσκο αλλά και πιθανές μεγαλύτερες αποδόσεις.

Πιο συγκεκριμένα οι δύο κατηγορίες συνταξιοδοτικών προγραμμάτων είναι οι εξής:

Εγγυημένου εισοδήματος

Ο ασφαλισμένος καταβάλλει ένα συγκεκριμένο ποσό κατά τακτά χρονικά διαστήματα (πχ 50 ευρώ τον μήνα) ή εφάπαξ (πχ. 40.000 ευρώ). Η ασφαλιστική εταιρία διαχειρίζεται αυτά τα κεφάλαια και εγγυάται μια ελάχιστη ετήσια απόδοση η οποία μπορεί να φτάσει έως και το 3,25%.

Unit linked

Στα προγράμματα Unit linked δεν υπάρχει ελάχιστη εγγυημένη απόδοση. Τα κεφάλαια του ασφαλισμένου (είτε από περιοδικές καταβολές, είτε εφάπαξ) τοποθετούνται σύμφωνα με την επιθυμία του, συνήθως σε μια σειρά από αμοιβαία κεφάλαια της ασφαλιστικής εταιρίας. Σε αυτή την περίπτωση, ο ασφαλισμένος αναλαμβάνει τον κίνδυνο, ωστόσο τα κεφάλαια του μπορούν να πετύχουν έχουν αρκετά μεγαλύτερες αποδόσεις.