Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που αντιμετωπίζονται οι αδρανείς καταθέσεις διεθνώς ενώ στην Ελλάδα έχει εκσυγχρονιστεί ο άδικος κατοχικός νόμος που είχε ψηφιστεί στο παρελθόν και πλέον προβλέπεται η δυνατότητα προστασίας της νόμιμης περιουσίας των δικαιούχων (έναντι διεκδικήσεων υπέρ του δημοσίου) μέσα σε διάστημα 20 ετών. 

Η τακτική της απόδοσης των αδρανών υπολοίπων στο δημόσιο ξεκίνησε στα χρόνια της κρίσης και κυρίως το 2012 όταν ήταν η χρονιά που εφαρμόστηκε μετά από χρόνια αδράνειας και αδιαφορίας το νομοθετικό διάταγμα 1195/1942. Ναι καλά διαβάσατε, νομοθετικό διάταγμα του 1942, δηλαδή μέσα στην κατοχή από τους Γερμανούς. Το εν λόγω διάταγμα εξυπηρετούσε προφανώς μια χρησιμότητα το 1942, αυτήν της υφαρπαγής κατά κάποιον τρόπο καταθέσεων των πολιτών οι οποίες είτε οδηγούνταν στις υποχρεώσεις του τότε δημοσίου τομέα ο οποίος αναγκάζονταν την εποχή εκείνη να πληρώνει ακόμη και τέλη κατοχής στον εισβολέα σε εξωφρενικά ποσά. Το ΝΔ 1195/1942 λέει στο άρθρο 3 ότι: 

Καταθέσεις εις μετρητά, χρηματικά λαβείν και τόκοι αυτών παρ' ημεδαπαίς Τραπέζαις και πιστωτικοίς ιδρύμασι ή άλλοις προσώποι φυσικοίς ή νομικοίς συνήθως δεχομένοις κεφάλαια εις κατάθεσιν ή τρεχούμενον λογαριασμόν ή εις εγγύησιν ή παρ` Υποκαταστήμασιν ή πρακτορείοις αλλοδαπών ομοίων Τραπεζών ή ιδρυμάτων, υφ` οιονδήποτε τύπον συσταθείσαι περιέρχονται οριστικώς εις το Ελληνικόν Δημόσιον εφόσον τα μεν χρηματικά λαβείν και αι καταθέσεις επί 20ετίαν αφ` ής απέβησαν διαθέσιμοι υπέρ των δικαιούχων, οι δε τόκοι επί 5ετίαν αφ`\ ης κατέστησαν απαιτητοί ή εντός της οριζομένης τυχόν βραχυτέρας συμβατικής αποσβεστικής προθεσμίας δεν εζητήθησαν υπό των δικαιούχων ή οπωσδήποτε δεν απετέλεσαν κατόπιν ειδικής αιτήσεως τούτων αντικείμενον πράξεως τινος, συνεπαγούσης μεταβολήν του σχετικού λογαριασμού.

Φυσικά το διάταγμα δεν σταματά στα μετρητά αλλά επεκτείνεται με τον ίδιο τρόπο στα επόμενα άρθρα και σε κατατεθειμένους τίτλους (άρθρο 4), σε απαιτήσεις από ασφαλίσεις ζωής (άρθρο 5), σε απαιτήσεις τόκων, τοκομεριδίων, μερισματαποδείξεων και μερισμάτων διαπραγματευσίμων μετοχών, ιδρυτικών τίτλων, ομολογιών και κινητών εν γένει αξιών, εκδιδόμενων υπό ημεδαπών αστικών ή εμπορικών εταιρειών (άρθρο 1) και σε λαχνούς και βραβεία στο άρθρο 2 με διαφορετικές περιόδους “ωρίμανσης” του δικαιώματος του δημοσίου για κάθε περίπτωση. Πρακτικά σε ότι μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα και για κάποιο διάστημα δεν έχει διεκδικηθεί από τον νόμιμο δικαιούχο του. 

Το εντυπωσιακό είναι ότι το εν λόγω διάταγμα δεν ακυρώθηκε καθώς επρόκειτο για κατοχικό νόμο ο οποίος, εφόσον θεωρητικά το κράτος είχε καταλυθεί από ξένη δύναμη δεν θα μπορούσε να έχει ισχύ μετά την απελευθέρωση. Παρόλα αυτά, προφανώς η μετα-κατοχική κυβέρνηση διέκρινε τις δυνατότητες που έδιδε αυτή η διάταξη για έκτακτα έσοδα του δημοσίου και επικύρωσε ξανά το νομοθετικό διάταγμα στις 30 Μαίου του 1946, στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα. Με την υπ' αριθμό 315 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου. Κατόπιν τούτου το διάταγμα τροποποιήθηκε το 1968 και το 1971 (μέσα στη δικτατορία αυτή τη φορά…) αλλά η ουσιαστική “μοντερνοποίηση” του έγινε το 2013 με το Ν.4151/2013 στο κεφάλαιο Β ενός νόμου με Ρυθμίσεις για την τροποποίηση και τη βελτίωση συνταξιοδοτικών, δημοσιονομικών, διοικητικών και λοιπών διατάξεων του Υπουργείου Οικονομικών. 

Ο νόμος αυτός προχώρησε σε επικαιροποίηση δίδοντας τον ορισμό του αδρανούς καταθετικού λογαριασμού στο άρθρο 7: 

Ως αδρανής καταθετικός λογαριασμός σε πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια του ν. 3601/2007, για τις ανάγκες του παρόντος κεφαλαίου, χαρακτηρίζεται εκείνος στον οποίο δεν έχει πραγματοποιηθεί αποδεδειγμένα καμία πραγματική συναλλαγή από τους δικαιούχους καταθέτες για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών. Βέβαια θεσμοθετεί και μια διαδικασία ειδοποίησης στο άρθρο 8 όπου “Κάθε πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να στέλνει στο δικαιούχο αδρανούς κατάθεσης ειδοποίηση πριν τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, ενημερώνοντάς τον ότι, σε περίπτωση που δεν παρουσιάσει κίνηση ο λογαριασμός του, η κατάθεση θα παραγραφεί και θα περιέλθει στο Δημόσιο λόγω συμπλήρωσης εικοσαετίας. Συγκεκριμένα, με τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών από την πραγματοποίηση της τελευταίας πραγματικής συναλλαγής, πρέπει να γίνεται η πρώτη ειδοποίηση του δικαιούχου και των τυχόν συνδικαιούχων του, όπως αυτοί εμφανίζονται στον τραπεζικό λογαριασμό, με συστημένη επιστολή υπό την προϋπόθεση ότι το κόστος αυτής δεν υπερβαίνει το ενυπάρχον στο συγκεκριμένο λογαριασμό, ποσό. Σε διαφορετική περίπτωση, η Τράπεζα οφείλει να ειδοποιήσει με απλή επιστολή. Η δεύτερη ειδοποίηση γίνεται με τη συμπλήρωση δέκα (10) ετών και η τελευταία με τη συμπλήρωση δεκαπέντε (15) ετών από την πραγματοποίηση της τελευταίας πραγματικής συναλλαγής. Η δεύτερη και η τρίτη ειδοποίηση, οι οποίες πρέπει να γίνονται με συστημένη επιστολή, αφορούν σε δικαιούχους λογαριασμών υπολοίπου μεγαλύτερου των εκατό (100) ευρώ”. 

Ως εκ τούτου οι κάτοχοι αδρανών λογαριασμών έχουν τρεις ευκαιρίες να ειδοποιηθούν για την περιουσία τους σε διάστημα 20 ετών. Φυσικά αυτό ισχύει από το 2013 και μετά οπότε αφορά λογαριασμούς που ενδέχεται να καταστούν αδρανείς το 2033 πλέον! Αλλά δεν πειράζει, τουλάχιστον θεσπίστηκε μια ελάχιστη προστασία της νόμιμης περιουσίας τους ατόμου έναντι της παραγραφής του δικαιώματος τους υπέρ του Δημοσίου. Για τα προηγούμενα χρόνια, δυστυχώς, όποιος πρόλαβε και όποια Τράπεζα μερίμνησε να προσπαθήσει να εντοπίσει τους δικαιούχους καθώς το 2014 στο δημόσιο περιήλθαν 47εκατ ευρώ καταθέσεων που ωρίμασε η 20ετής παραγραφή τους τη χρονιά αυτή. Με λίγα λόγια, είχαν να κάνουν κίνηση από το 1994.  

Δεν γνωρίζουμε φυσικά αν υπάρχει πρόθεση στο δημόσιο ή αν ήδη το δημόσιο έχει επιχειρήσει να λάβει ποσά από άλλες περιπτώσεις περιουσιακών στοιχείων τα οποία παραπάνω περιγράφει το ΝΔ 1195/1942 αλλά έχει ήδη συζητηθεί παλαιότερα η περίπτωση των κληροδοτημάτων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων οπότε μπορούμε να φανταστούμε την συνέχεια. Εξάλλου ο Ν.4151/2013, λύνει τα χέρια του δημοσίου, καθώς το αρχικό διάταγμα εξαιρούσε το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο από τη διαδικασία, αλλά με το άρθρο 10 ο νόμος τον ξανασυμπεριέλαβε, πλέον άνευ σημασίας καθώς το ΤΤ έχει πλήρως απορροφηθεί από την Τράπεζα Eurobank. Το ίδιο ισχύει και για το Παρακαταθηκών και Δανείων το οποίο φυσικά αποδίδει πλέον καταθέσεις στο δημόσιο. Τα ποσά αυτά, αξίζει να σημειωθεί ότι μπορεί κάποιος να τα παρακολουθήσει καθώς εγγράφονται σε συγκεκριμένο λογαριασμό στον κρατικό προϋπολογισμό.

 

Τι συμβαίνει διεθνώς 

Μέχρι στιγμής, υπήρχαν διάφορες αντιμετωπίσεις για το εν λόγω θέμα ανάλογα με το κράτος και σίγουρα ανάλογα με τις ανάγκες του. Για παράδειγμα οι Αγγλοσαξονικές χώρες είχαν διάφορες προσεγγίσεις. Μόλις πρόσφατα η συζήτηση άνοιξε στην Αυστραλία, προκαλώντας μεγάλες αντιδράσεις κυρίως από τις Τράπεζες και το 2013, το νομοθετικό σώμα της χώρας αποφάσισε να αποδίδονται αδρανείς καταθέσεις στο κράτος στα 3 χρόνια αδράνειας από τα 7 που ίσχυε μέχρι στιγμής. Φυσικά υπήρχε και η πρόβλεψη της διεκδίκησης των χρημάτων αυτών από το δικαιούχο μόλις αντιλαμβάνονταν την απώλεια αυτή. Παρόλα αυτά, το μέτρο φαντάζει δρακόντειο σε σύγκριση με τη δικιά μας εικοσαετία. 

Στον Καναδά αδρανείς λογαριασμοί επί δεκαετία μεταφέρονται στην κεντρική Τράπεζα του Καναδά. Εκεί φυλάσσονται κανονικά για 30 έτη αν είναι κάτω των 1000 δολαρίων ή για 100 έτη αν είναι πάνω από 1.000 δολάρια και αν περάσουν αυτά τα διαστήματα χωρίς να εμφανισθεί δικαιούχος, τότε και μόνο τότε τα χρήματα αποδίδονται στο Καναδικό δημόσιο. Σαφώς δικαιότερο διάστημα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. 

Στη Βρετανία, το αντίστοιχο διάστημα είναι 15έτη από τη στιγμή που η Τράπεζα του δικαιούχου με βάση τα δικά της κριτήρια κρίνει ένα λογαριασμό αδρανή. Παρόλα αυτά το δημόσιο της Βρετανίας δεν κατάσχει τα χρήματα, μπορεί να τα χρησιμοποιήσει μόνο για φιλανθρωπίες αλλά αν εμφανισθεί ο δικαιούχος, οποιαδήποτε στιγμή και αν γίνει αυτό, έχιε δικαίωμα να ζητήσει τα χρήματα τα οποία θα του αποδοθούν κανονικά! Ειδικά στην Μ. Βρετανία υφίστανται και ειδικά προγράμματα, μέσω ιδιωτικών εταιριών, τα οποία με μια αμοιβή ποσοστού επί της κατάθεσης, αναλαμβάνουν να εντοπίσουν τον δικαιούχο της κατάθεσης ή και τον κοντινότερο κληρονόμο ώστε τα χρήματα να αποδοθούν σε κάποιον που ενδεχομένως δεν γνωρίζει καν ότι μπορεί να είναι δικαιούχος τους. Βέβαια μαι τέτοια υπηρεσία είναι εξαιρετικά προοδευτική για πολλές χώρες και ειδικά για χώρες με ιδιαίτερες χρηματικές ανάγκες. 

Στο τραπεζικό βασίλειο της Ελβετίας φυσικά ούτε λόγος για παραίτηση ή αφαίρεση δικαιώματος του πελάτη στα περιουσιακά του στοιχεία στην Τράπεζα! Οι Ελβετικές αρχές έχουν εκδώσει ειδικές και εκτενείς οδηγίες για την προστασία των δικαιωμάτων των πελατών των Τραπεζών τους και ουσιαστικά υποχρεώνουν τις Τράπεζες να δηλώσουν σε μια κεντρική υπηρεσία ονόματι Central Claims Office στη Ζυρίχη, τέτοιες περιπτώσεις λογαριασμών καταθετικών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων ώστε να εκκινήσει έρευνα για τον δικαιούχο. Μάλιστα το 1997 η ένωση τραπεζιτών της Ελβετία δημοσιοποίησε λίστες αδρανών λογαριασμών μη-Ελβετών πελατών που πήγαιναν πίσω ως και τις αρχές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ώστε να βρεθούν οι κληρονόμοι και νόμιμοι δικαιούχοι. 

Οι περισσότεροι από τους λογαριασμούς άνηκαν σε θύματα του ολοκαυτώματος. Παρόλα αυτά, εξαιτίας της παλαιότητας των λογαριασμών στις Ελβετικές τράπεζες άλλα και της δυσκολίας εντοπισμού ατόμων και ειδικά κληρονόμων από λογαριασμούς τόσο παλιούς, είναι πιθανό ότι σύντομα να ψηφισθεί σχετική νομοθεσία η οποία να δίνει το δικαίωμα απόδοσης των σχετικών ποσών στο Ελβετικό δημόσιο μετά την πάροδο 50 ετών αδράνειας και εφόσον μέσω της διαδικασίας έρευνας του γραφείου της Ζυρίχης ή άλλων ιδιωτικών υπηρεσιών δεν έχει βρεθεί κανένας νόμιμος δικαιούχος. 

Γενικά το εν λόγω ζήτημα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και ο τρόπος που αντιμετωπίζεται από διάφορα κράτη δείχνει και το βαθμό σεβασμού που αυτά έχουν στην ιδιωτική περιουσία. Παρόλα αυτά η διαχείριση αδρανών λογαριασμών έχει ένα κόστος το οποίο οι Τράπεζες μπορούν να αντέξουν μόνον μέχρι ένα βαθμό και σίγουρα μέχρι ένα συγκεκριμένο χρονικό όριο γι αυτό βλέπουμε ότι κατόπιν δεκαετιών σταθερής νομοθετικής επιλογής ακόμη και οι πιο “φιλελεύθερες” χώρες στο ζήτημα αυτό, αρχίζουν να νομοθετούν με διαφορετικές προτεραιότητες.