Η φιλοσοφία της Ferrari είναι απλή, λιτή και απέριττη: γρήγορα, πολυτελή και διαχρονικά αυτοκίνητα. Εκ πρώτης όψεως, αυτή η στρατηγική του rareness και του δελεαστικού exclusivity μοιάζει με το κλασικό... textbook άλλων ιστορικών brands πολυτελείας: για πολλούς, σύμφωνα με τη WSJ, τα αυτοκίνητα της Ferrari είναι σαν σπάνιες τσάντες Hermès και σπάνια ρολόγια Rolex, αλλά σε τέσσερις τροχούς.
Ωστόσο, η Ferrari έχει κάτι που η Hermès και η Rolex δεν θα μπορούσαν ποτέ να καλλιεργήσουν: θαυμαστές που λατρεύουν τη μάρκα από την ώρα που παίζουν με αυτοκινητάκια σαν παιδιά. Λίγοι έφηβοι κρεμούν αφίσες με τσάντες Birkin στα υπνοδωμάτιά τους, αλλά πολλά έχουν μία εικόνα από F40 ή Testarossa χαραγμένη στο μυαλό τους ακόμη και εάν δεν καθίσουν ποτέ πίσω από το τιμόνι τους.
Παρά το γεγονός ότι πούλησε συνολικά 330.000 αυτοκίνητα κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ιστορίας της, η Ferrari διαθέτει περισσότερους από 400 εκατ. φανς σε όλο τον κόσμο. Και καμία εταιρεία δεν έχει υψηλότερη αναλογία ανθρώπων που γνωρίζουν τα προϊόντα της σε σχέση με ανθρώπους που τα έχουν στην κατοχή τους. Οι «πιστοί» της ιταλικής αυτοκινητοβιομηχανίας ενισχύουν την ελκυστικότητά της, ενώ υπάρχουν πελάτες με μεγάλη οικονομική επιφάνεια που πληρώσουν «χρυσάφι» για ένα όχημα που σπάνια οδηγούν.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Πόσο θα κοστίζει το πρώτο πλήρως ηλεκτροκίνητο supercar της Ferrari
Όταν ο Έντσο Φερράρι ίδρυσε την ομώνυμη εταιρεία του το 1947, η δημιουργία μιας μάρκας πολυτελείας ήταν κάτι εξωπραγματικό στο μυαλό του. Ήταν εμμονικός με την κατασκευή των ταχύτερων αυτοκινήτων στον κόσμο για να κατακτήσει τον ακμάζοντα κόσμο των επαγγελματικών αγώνων. Για να το κάνει αυτό, δημιούργησε επίσης ένα έξυπνο επιχειρηματικό μοντέλο.
Όπως πολλοί από τους αντιπάλους του, κατασκεύαζε αυτοκίνητα για τη δική του αγωνιστική ομάδα και τα πουλούσε παράλληλα. Αλλά, σε αντίθεση με τη Mercedes ή τη Ford, των οποίων τα αγωνιστικά γκαράζ και τα εργοστάσια ήταν διασκορπισμένα, οι ίδιοι υπάλληλοι της Ferrari στους λόφους του Μαρανέλο της Ιταλίας, έγιναν στενή ομάδα που κατασκεύαζαν τα ίδια αυτοκίνητα, βελτιώνοντας στο πεδίο τις τακτικές τους, είτε τα πουλούσαν σε πελάτες είτε τα αγωνίζονταν στο Λε Μαν.
Ο τρόπος λειτουργίας δημιούργησε έναν ισχυρό μοχλό ανατροφοδοτούμενης κερδοφορίας: Η επιτυχία της Scuderia Ferrari στους αγώνες Γκραν Πρι πυροδότησε μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και επιθυμία για ιδιωτικά supercars. Τα κέρδη από τις πωλήσεις σε πλούσιους πελάτες ενίσχυσαν την έρευνα και την ανάπτυξη που έφερε την επιτυχία πίσω στα πιτς και το γκριντ.

Για τους «tifosi», το ακατανίκητο κόκκινο χρώμα της Ferrari, ήταν τόσο δημοφιλές που όλοι ήθελαν μία σαν παιδιά. Ο οραματιστής Λούκα ντι Μοντεζέμολο είδε τεράστιες δυνατότητες για το brand που εκτός από την F1 έστρεψε την προσοχή και στο μέσο -εύπορο- οδηγό: να του δώσει την ευκαιρία να εκπληρώσει τα όνειρα που είχε μικρός και οδηγήσει στην πίστα δοκιμών όπου ο Μίκαελ Σουμάχερ έκανε πρόβες πριν τους αγώνες.
Άλλες μάρκες πολυτελείας δημιουργούν επιθυμία μέσω της σπανιότητας. Άλλες αθλητικές ομάδες επωφελούνται από κοινούς συναισθηματικούς δεσμούς. Η Ferrari κάνει και τα δύο. Δημιουργεί ένα μαζικό φανατισμό που με κάποιο τρόπο κάνει το πιο αποκλειστικό προϊόν της εταιρείας ακόμη πολυτιμότερο. Μέχρι το 1997, η επιχείρηση είχε επιστρέψει σε ουσιαστική κερδοφορία για πρώτη φορά μετά από χρόνια, παρά το γεγονός ότι κατασκεύαζε λιγότερα αυτοκίνητα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Τα κρουαζιερόπλοια που ανεβάζουν τον πήχη της πολυτέλειας
Ο Μοντεζέμολο μείωσε την παραγωγή από 4.561 αυτοκίνητα, σε μόνο 2.289 δύο χρόνια αργότερα. Μόλις έθεσε σε εφαρμογή τη στρατηγική του, τα οχήματα έφυγαν από την λιανική και τη μαζική κατανάλωση και δεν κάθονταν στις αντιπροσωπείες αυτοκινήτων όπως τα Ford πχ περιμένοντας να πουληθούν. Ξαφνικά, δημιουργήθηκε μια λίστα αναμονής για να τις αγοράσουν.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, κατέστη σαφές ότι η καινοτομία του Μοντεζέμολο έσκαψε μια τάφρο γύρω από την εταιρεία που κανένας ανταγωνιστής δεν έχει καταφέρει να διασχίσει. Μέχρι σήμερα, άλλες ομάδες και αυτοκινητοβιομηχανίες ίσως προσπεράσουν τη Ferrari στην πίστα και στους δρόμους. Αλλά καμία δεν μπορεί να προσφέρει πολυτέλεια, παροξυσμό και σχεδόν έναν αιώνα αδιάσπαστης αθλητικής κληρονομιάς, όλα ενσωματωμένα σε ένα προϊόν που είναι αναγνωρίζει αμέσως κάθε άνθρωπος στον κόσμο.