Διεθνή
05-05-2021 | 07:57

Τζο Μπάιντεν, φορολόγηση του πλούτου, και στο βάθος… Κίνα

Τζο Μπάιντεν, φορολόγηση του πλούτου, και στο βάθος… Κίνα
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Αν και το πρώτο γιγάντιο πακέτο επί Τζο Μπάιντεν, το οποίο έστειλε επιταγές 1.400 δολαρίων στους ενήλικους Αμερικάνους που επλήγησαν από την πανδημία, έτυχε γενικά ευρείας αποδοχής, δεν συμβαίνει το ίδιο με το νέο πρόγραμμα ύψους 1,8 τρισ. δολαρίων, κι ειδικότερα με τον συμπληρωματικό φορολογικό βραχίονα του σχεδίου, εις βάρος επιχειρήσεων και υψηλών εισοδημάτων.

Οι αντιδράσεις ποικίλλουν. Από τους Ρεπουμπλικάνους, που, λίγο-πολύ, το θεωρούν ένα αντιεπιχειρηματικό μέτρο που αντιβαίνει στις παραδοσιακές αμερικανικές αξίες, έως κριτικές φωνές που το θεωρούν ανέφικτο, μερικό, αποτελεσματικό. Το σίγουρο είναι πως ο Αμερικανός πρόεδρος έχει βάλει πλώρη για να το πετύχει, όπως φάνηκε από την παρουσίαση του σχεδίου του στο Κογκρέσο την προηγούμενη εβδομάδα. 

American Families Plan

«Κορυφαίες οικονομικές έρευνες έδειξαν πως οι επενδύσεις που προτείνονται στο American Families Plan θα αποδώσουν σημαντικά οικονομικά οφέλη – ενισχύοντας την παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη, δημιουργώντας ένα μεγαλύτερο, παραγωγικότερο και πιο υγιές εργατικό δυναμικό σε βιώσιμη βάση, και θα εξοικονομήσει χρήματα στις πολιτείες και στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση», αναφέρει σε σχετική ανακοίνωση ο Λευκός Οίκος. 

«Τα στοιχεία δείχνουν πως ένα δολάριο που επενδύεται σε υψηλής ποιότητας προγράμματα για παιδιά χαμηλού εισοδήματος, θα αποδώσει οφέλη 7,30 δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων αυξημένων μισθών, καλύτερης υγείας και μειωμένης εγκληματικότητας. Η μετ’ αποδοχών γονεϊκή άδεια έχει αποδειχθεί πως κρατάει εντός εργασίας τις μητέρες, ενισχύοντας την συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και την οικονομική ανάπτυξη. Και οι βιώσιμες φοροελαφρύνσεις για οικογένειες με παιδιά έχουν αποδειχθεί πως αποδίδουν μια ζωή με οφέλη, τα οποία εκτείνονται από την επίτευξη επιπέδου ανώτερης εκπαίδευσης έως περισσότερα κέρδη», συνεχίζει η ανακοίνωση.

Όλα καλά μέχρι εδώ. Ωστόσο, το αμφιλεγόμενο τμήμα του σχεδίου, το οποίο εγείρει αντιδράσεις, είναι το κομμάτι που αφορά την χρηματοδότηση του.

Το πρόγραμμα «συνίσταται σε 1 τρισ. σε επενδύσεις, και 800 δισ. δολάρια σε φοροελαφρύνσεις σε αμερικάνικες οικογένειες και εργαζόμενους. Μαζί με το American Families Plan, ο πρόεδρος θα προτείνει μια δέσμη μέτρων για να διασφαλίσει πως οι πλουσιότεροι Αμερικάνοι θα πληρώνουν το μερίδιο τους σε φόρους, ενώ όσοι κερδίζουν ετησίως 400 χιλ. δολάρια ή λιγότερο, δεν θα έχουν φορολογικές αυξήσεις». Στα σχέδια του Αμερικανού προέδρου, είναι να αυξήσει την φορολογία επί του πλουσιότερου 0,3% της χώρας κάτι που σε ορίζοντα δεκαετίας αναμένεται να αποφέρει 1,5 τρισ. δολάρια.

Μαζί με το πρόγραμμα American Jobs Plan, άλλο ένα πρόγραμμα-«μαμούθ» ύψους 2,3 τρισ. δολαρίων για την ενίσχυση της εργασίας και των υποδομών, είναι οι κορωνίδες της πολιτικής της Ουάσινγκτον.

Αντιδράσεις και προβληματισμοί

Κατά την ομιλία του στο Κογκρέσο, ο Τζο Μπάιντεν έβαλε ευθέως κατά της θεωρητικής «σημαίας» των Ρεπουμπλικανών –και όχι μόνο, καθώς χαρακτηρίζει μια ολόκληρη περίοδο της αμερικανικής οικονομίας από τη δεκαετία του ’70 και μετά- τη λεγόμενη trickle-down economics. 

Η θεωρία αυτή, που πρωτοεφαρμόστηκε από τον Ντόναλντ Ρίγκαν και τους neo-cons συμβούλους του στην εγκαθίδρυση των λεγόμενων Reaganomics, συνίστατο στην πολύ απλή ιδέα, πως οι φοροελαφρύνσεις στις επιχειρήσεις οδηγούν σε περισσότερες επενδύσεις, συνακόλουθα περισσότερη απασχόληση, κατανάλωση και οικονομική ανάπτυξη. «Το trickle-down ποτέ δεν δούλεψε», είπε ο Μπάιντεν ενώπιων του Κογκρέσου. 

Ωστόσο, απομένει να πείσει γι’ αυτό όχι μόνο τους Ρεπουμπλικάνους, αλλά ακόμα και τους αμφισβητίες μέσα στο ίδιο του το Κόμμα, ενώ δεν είναι λίγοι και οι ειδικοί που εγείρουν ερωτήματα για την βιωσιμότητα του πλάνου.

«Σας προκαλώ να βρείτε ένα οικονομολόγο που θα σας πει πως είναι εφικτό», δήλωσε στο CNBC o William McBride, αντιπρόεδρος για θέματα ομοσπονδιακών φόρων και οικονομικής πολιτικής στην Υπηρεσία Φορολογίας.

«Αν αυξήσεις την φορολογία σε κάποιον, καλή τύχη στο να απομονώσεις τις συνέπειες μόνο σε αυτόν τον φορολογούμενο», σχολίασε ο McBride. «Απλά δεν είναι εφικτό», επεσήμανε, τονίζοντας πως όλα στην οικονομία είναι αλληλοσυνδεόμενα.

Ήδη, συζητήσεις μαίνονται γύρω από τις ασάφειες του σχεδίου για το αν το όριο των 400 χιλιάδων δολαρίων αφορά στα ετήσια εισοδήματα οικογενειών και μόνο, κάτι που σημαίνει πως μεμονωμένα άτομα με αντίστοιχα εισοδήματα δεν περιλαμβάνονται στην ρύθμιση.

Ο βασικός όμως στόχος του Μπάιντεν, όπως δηλώνεται σε όλους τους τόνους, είναι η «διόρθωση των ανισοτήτων», κυρίως ως αποτέλεσμα του νόμου της κυβέρνησης Tραμπ, Tax Cuts and Jobs Act 2017 για ευρείες φοροελαφρύνσεις στις επιχειρήσεις, εξαιτίας του οποίου οι 55 μεγαλύτερες εταιρείες των ΗΠΑ, με κέρδη 40 δισ. δολάρια, δεν πλήρωσαν ούτε σεντ σε φόρους. Ωστόσο, η λύση Μπάιντεν είναι να αυξήσει τους εταιρικούς φόρους από το 21% στο 28%, «αντιστρέφοντας» δηλαδή μόνο κατά το ήμισυ την ρύθμιση του προκατόχου του. Αντίστοιχα, στην φορολογία των υψηλών εισοδημάτων, με μια αύξηση από το 37% στο 39,6%, επανέρχεται στα επίπεδα που ήταν επί της Ρεπουμπλικανικής κυβέρνησης Mπους.

Γιατί τώρα;

Η ομιλία του Τζο Μπάιντεν στο Κογκρέσο, την οποία παρακολούθησαν 11,6 εκατομμύρια Αμερικανοί, δεν επικεντρώθηκε μόνο στο πακέτο ενίσχυσης των οικογενειών και στην φορολογική μεταρρύθμιση. Νύξεις έγιναν για άλλο ένα ζήτημα της αμερικανικής πολιτικής, που αποτελεί θεμέλιο λίθο των διεθνών σχέσεων των ΗΠΑ επί της προηγούμενης αλλά και της τωρινής κυβέρνησης: Η Κίνα και ο αδυσώπητος εμπορικός ανταγωνισμός των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων του πλανήτη

Ο συνδυασμός των δύο αυτών θεμάτων -αναπτυξιακά προγράμματα και Κίνα- για να συμπεριληφθούν σε μία τόσο ιστορική ομιλία, μόνο τυχαίος δεν είναι. Για την ακρίβεια, όλες οι προτάσεις του Αμερικανού προέδρου πλαισιώνονται γύρω από το κεντρικό ζήτημα της πολιτικής του αμερικανικού κράτους στην εποχή Μπάιντεν: Την υπεράσπιση της πρωτοκαθεδρίας, οικονομικής και πολιτικής, των ΗΠΑ σε πλανητικό επίπεδο.

Ο Τζο Μπάιντεν δικαιολόγησε στο Κογκρέσο τα μέτρα, ως απαραίτητα για να «κερδίσουν τον 21ο αιώνα» οι ΗΠΑ, έναντι άλλων ανταγωνιστικών δυνάμεων και ιδιαίτερα της Κίνας. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος οι έλικες για τις ανεμογεννήτριες να μην φτιάχνονται στο Πίτσμπουργκ αλλά στο Πεκίνο», ανέφερε σε μία από τις πολλές αναφορές του στον ανταγωνισμό με την Κίνα.  

Υπό τον πρόεδρο Σι, η Κίνα πήρε πολύ σοβαρά το «να γίνει το πιο σημαντικό και εξέχον έθνος στον κόσμο», τόνισε, προαναγγέλλοντας πως με την νομοθεσία του «τα δολάρια των Αμερικανών φορολογουμένων θα χρησιμοποιηθούν για την αγορά αμερικάνικων προϊόντων, φτιαγμένων στην Αμερική, με σκοπό να δημιουργηθούν αμερικανικές θέσεις εργασίας».

Αν ο Τζο Μπάιντεν φαίνεται να υπερθεματίζει σε αυτές τις απόψεις και μάλιστα σε ένα υπερβολικό τόνο, είναι επειδή επί της ουσίας απαντά προσπαθώντας να διασκεδάσει, τις ανησυχίες στο εσωτερικό της χώρας και μάλιστα σε κέντρα εξουσίας και δεξαμενές σκέψεις με ισχύ, που φοβούνται πως οι ΗΠΑ θα μετατραπούν από αδιαφιλονίκητη ηγέτιδα δύναμη σε παρατηρητή των εξελίξεων. Στην τελευταία έκδοση του Foreign Affairs με τίτλο “The Home Front: Why an Internationalist Foreign Policy Needs a Stronger Domestic Foundation,” οι Charles Kupchan and Peter Turbowitz ανησυχούν πως παρά την υπόσχεση του Μπάιντεν πως οι ΗΠΑ «είναι έτοιμες να ηγηθούν στον κόσμο», στην πραγματικότητα «οι πολιτικές βάσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής έχουν καταρρεύσει». Έτσι προτείνουν, πως «αυτό που χρειάζεται ο Μπάιντεν είναι μια προσέγγιση για ‘μέσα και έξω’ η οποία θα συνδέει τα καθήκοντα στο εσωτερικό με τους στόχους στο εξωτερικό. Πολλά θα εξαρτηθούν από την αποφασιστικότητα και την ικανότητα του να αναλάβει γενναία δράση για να ξαναχτίσει ευρεία λαϊκή υποστήριξη για την εξωτερική του πολιτική, από κάτω προς τα πάνω».

Ο εμπορικός πόλεμος σε μια νέα φάση

Ο προκάτοχος του Τζο Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο μετέτρεψε σε λάβαρο τον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα. Για τον Ντόναλντ Τραμπ βασικός στόχος ήταν η αντιμετώπιση του εμπορικού ελλείματος των ΗΠΑ, καθώς εν έτει 2018 ανερχόταν στο 3,8% του ΑΕΠ, δηλαδή στα 779 δισ. δολάρια. Στις μεταξύ τους συναλλαγές, οι ΗΠΑ, όντας η πρώτη χώρα σε εισαγωγές κινεζικών προϊόντων, εισήγαγε από την Κίνα προϊόντα αξίας 539 δισ. δολαρίων, και αντιστοίχως εξήγαγε προϊόντα αξίας, μόλις 120 δισ. δολαρίων, εμφανίζοντας μια συντριπτική υπεροχή της ασιατικής υπερδύναμης στο μεταξύ τους εμπορικό ισοζύγιο. 

Τέλη του 2020, δύο χρόνια μετά την έναρξη επιβολής των δασμών –και αφού έχει ξεσπάσει η πανδημία- δηλαδή λίγο πριν ο Μπάιντεν εγκατασταθεί στην Ουάσιγκτον, το εμπορικό έλλειμα των ΗΠΑ ανερχόταν στο 17,9%, ήτοι 3,7 τρισ.  δολάρια. Οι μεταξύ τους συναλλαγές ανέρχονταν σε 435 δισ. έναντι 124 δισ. δολαρίων, σε εισαγωγές, με τη ζυγαριά να εξακολουθεί να «γέρνει» υπέρ της Κίνας.

Η πανδημία κατάφερε να κάνει την κατάσταση απείρως πιο περίπλοκη. Η κρίση στις εφοδιαστικές αλυσίδες με την παγκόσμια έλλειψη των τσιπ, είναι απλά ένα σημείο της νέας κατάστασης, όπου ο ανταγωνισμός για την επιβίωση και την κυριαρχία γίνεται πιο λυσσαλέος. Η θέση των ΗΠΑ έναντι των ανταγωνιστών της αντί να βελτιώνεται, επιδεινώνεται. Η διμέτωπη πολιτική, σε εσωτερικό και εξωτερικό, έχει στόχο να αντιστρέψει αυτή την πορεία, με κάθε μέσο: «Eίκοσι εκατομμύρια Αμερικανοί έχασαν την δουλειά τους, κατά την διάρκεια της πανδημίας, εργαζόμενοι Αμερικάνοι και μεσαία τάξη. Την ίδια στιγμή, περίπου 650 δισεκατομμυριούχοι στην Αμερική, είδαν τα καθαρά κέρδη τους να αυξάνονται πάνω από 1 τρισ. δολάρια, για το ίδιο ακριβώς διάστημα».

Ο Τζο Μπάιντεν, δεν προτείνει τη φορολογική μεταρρύθμιση για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης. Ως εκφραστής των συμφερόντων του αμερικανικού κράτους και με ζωντανό το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, σε μια ιστορική συγκυρία, είναι σε θέση να νοιώθει την καυτή ανάσα της Κίνας στο σβέρκο των ΗΠΑ, γνωρίζοντας ταυτόχρονα πως δεν υπάρχουν κοινωνικά αποθέματα υπομονής, μετά από το οικονομικό σοκ της πανδημίας, για να «πληρώσουν» μόνοι τους το «μάρμαρο» τα κατώτερα και μεσαία στρώματα. Ήδη, φωνές κριτικής αναφέρουν πως τα τσεκ ενίσχυσης της κατανάλωσης, ήταν… ψίχουλα μπροστά στην οικονομική καταστροφή που υπέστησαν οι Αμερικάνοι. Και παρά την εικόνα της παντοδυναμίας που επιθυμεί να χτίσει ο Τζο Μπάιντεν, το έδαφος στις ΗΠΑ είναι στρωμένο με εκρηκτικές ύλες, όλων των αποχρώσεων, με τα παραδείγματα του Black Lives Matters από την μια, και την επίθεση στο Καπιτώλιο, από την άλλη, να είναι εξαιρετικά νωπά. Κάπως έτσι, μπαίνει στο κάδρο η πολυσυζητημένη φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων.

 

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.