Ελλάδα
03-02-2021 | 12:51

ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Αύξηση κατώτατου μισθού και νέα μέτρα στήριξης θα συμβάλουν στην ανάκαμψη

Αγγελική Μαρίνου
Μοιράσου το
ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Αύξηση κατώτατου μισθού και νέα μέτρα στήριξης θα συμβάλουν στην ανάκαμψη

Eξαιρετικά κρίσιμη για την ανάκαμψη της οικονομίας θεωρεί το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ την διοχέτευση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης σε δραστηριότητες που θα συνδυάζουν τον οικο- τεχνολογικό μετασχηματισμό της Ελλάδας.

Στο νέο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, το ΙΝΕ επισημαίνει πως η χρηματοδότηση προγραμμάτων εγγυημένης απασχόλησης μπορεί να καταστεί εργαλείο ενεργοποίησης νέων ροών ρευστότητας, στήριξης της εγχώριας ζήτησης, αλλά και αναβάθμισης του παραγωγικού δυναμικού επιλεγμένων κλάδων της οικονομίας.

Επιπλέον, δεδομένων των θεσμικών εξελίξεων στο ευρύτερο χρηματοδοτικό πλαίσιο της οικονομίας, το Ινστιτούτο συνιστά την επιλεκτική αξιοποίηση  μέρους του αποθεματικού ρευστότητας:

  • για την πλήρη εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και
  • για τη χρηματοδότηση μέτρων στήριξης του διαθέσιμου εισοδήματος νοικοκυριών και εργαζομένων.

«Στο ίδιο πλαίσιο, κρίνουμε ως καθοριστικής σημασίας και απολύτως αναγκαία για την ανάκαμψη της οικονομίας την αύξηση του κατώτατου μισθού και την υλοποίηση παρεμβάσεων στην αγορά εργασίας που θα αποκαταστήσουν τη θεσμική ισχύ των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και θα διαμορφώσουν ένα προστατευτικό ρυθμιστικό πλαίσιο για την τηλεργασία. Η εκτίμησή μας είναι ότι η βελτίωση των όρων εργασίας και των αμοιβών των εργαζομένων θα προσδιορίσει σε σημαντικό βαθμό την έκταση της τρέχουσας ύφεσης και τη δυναμική της ανάκαμψης» επισημαίνεται στο Δελτίο.

Ο κλάδος που υπέστη τη μεγαλύτερη μείωση της δραστηριότητάς του είναι αυτός των τεχνών και της ψυχαγωγίας, με την πτώση σε ετήσια βάση να είναι ίση με 46% το β’ τρίμηνο και 16% το γ’ τρίμηνο. Σημειώνεται ότι η μείωση το β’ και το γ’ τρίμηνο στη χώρα μας είναι μεγαλύτερη σε σχέση με το σύνολο της Ευρωζώνης, γεγονός που υποδεικνύει την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης των προβλημάτων του κλάδου, καθώς οι προοπτικές του παραμένουν αρνητικές και για το μεγαλύτερο μέρος του 2021.

Η επίπτωση της κάμψης της οικονομικής δραστηριότητας στην απασχόληση είναι εμφανής. Μπορεί τον Σεπτέμβριο το ποσοστό ανεργίας να είχε ανακάμψει στο επίπεδο του Ιανουαρίου (16,1%), όμως ο όγκος της απασχόλησης βρίσκεται σταθερά σε χαμηλότερο επίπεδο από τους αντίστοιχους μήνες του 2019.

Ειδικότερα, μεταξύ Ιουνίου και Σεπτεμβρίου η απασχόληση κατά μέσο όρο είναι χαμηλότερη κατά 68.000 άτομα. Ο αριθμός των ανέργων εμφανίζεται εξίσου μειωμένος, αλλά το μέγεθος αυτό αποκρύπτει τον αριθμό όσων βρίσκονται σε αναστολή εργασίας, οι οποίοι καταγράφονται στους οικονομικά μη ενεργούς. Το τελευταίο αυτό στοιχείο εξηγεί την αύξηση του πλήθους των οικονομικά μη ενεργών σε σχέση τους αντίστοιχους μήνες του 2019.

 

Αυξήθηκε ο χρόνος απασχόλησης

Το σταθερά μειωμένο επίπεδο απασχόλησης σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του προηγούμενου έτους οφείλεται μεταξύ άλλων και στην αύξηση του χρόνου απασχόλησης. Συγκεκριμένα, το γ’ τρίμηνο 3,35 εκατ. άτομα εργάστηκαν παραπάνω ώρες εργασίας από το κανονικό ωράριο, εξ αυτών το 37,1% εργάστηκε περισσότερες από 48 ώρες την εβδομάδα.

Συνεπώς, η χαλάρωση των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης το γ’ τρίμηνο και η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας σε σχέση με το β’ τρίμηνο δεν οδήγησαν σε σημαντική αύξηση της απασχόλησης αλλά κυρίως σε αύξηση του χρόνου εργασίας.

Οι κλάδοι στους οποίους το φαινόμενο παρουσιάζεται εντονότερο είναι αυτοί της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, του λιανικού και του χονδρικού  εμπορίου, της μεταποίησης και της διαχείρισης υδάτινων πόρων, παροχής νερού, ηλεκτρικού ρεύματος κ.λπ., με το ποσοστό των ατόμων που εργάστηκαν περισσότερες ώρες να ξεπερνάει το 90%.

 

Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας

Οι παράγοντες που αναμένεται να επηρεάσουν την πορεία της οικονομίας το 2021, σύμφωνα με το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, είναι οι ακόλουθοι:

1. Η ένταση και η διάρκεια της πανδημίας, και κυρίως ο κίνδυνος ενός τρίτου πανδημικού κύματος τους αμέσως επόμενους μήνες, ενδέχεται να επιμηκύνουν τις υφεσιακές πιέσεις στην οικονομία κατά το α’ εξάμηνο, εξασθενίζοντας έτσι την όποια δυναμική της ανάκαμψης για το σύνολο του έτους.

2. Η αποτελεσματικότητα των μέτρων ανάσχεσης της υγειονομικής κρίσης και των επιπτώσεών της. Η προοπτική αυτή, με τη σειρά της, θα εξαρτηθεί από: α) την επιτάχυνση των εμβολιασμών και την κάλυψη μεγάλου μέρους του πληθυσμού, που θα καθορίσουν τον χρόνο άρσης των περιορισμών κοινωνικής αποστασιοποίησης, β) την ανάληψη περαιτέρω δράσεων για τη θωράκιση του εθνικού συστήματος υγείας, με δεδομένη την ήδη επιβαρυμένη κατάστασή του, και γ) την ταχεία απορρόφηση και αποτελεσματική αξιοποίηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, για να επιστρέψει η οικονομία στα επίπεδα του 2019, απαιτείται μια αύξηση του ΑΕΠ της τάξης περίπου των 19 δισ. ευρώ.

3. Εξωγενείς παράγοντες που αναμένεται να επηρεάσουν τη ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας και βασικές συνιστώσες της ζήτησης. Εκτός από την ενεργοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, θετική επίδραση σε βραχυμεσοπρόθεσμο ορίζοντα αναμένεται να έχουν η παράταση του νέου προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ τουλάχιστον μέχρι τον Μάρτιο του 20223 και η διατήρηση της ρήτρας διαφυγής και το 2021.

4. Ο βαθμός φερεγγυότητας και οι όροι αναχρηματοδότησης του δημόσιου τομέα. Ανησυχητικό ως προς αυτό είναι ότι, παρά την προβλεπόμενη ανάκαμψη του ΑΕΠ, το 2021 θα είναι επίσης ένα έτος έντονων δημοσιονομικών ανισορροπιών με το πρωτογενές έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης να διαμορφώνεται σε όρους ESA στο 3,8% του ΑΕΠ.

Το έλλειμμα στο πρωτογενές ισοζύγιο θα διατηρήσει και φέτος τον δείκτη φερεγγυότητας του Δημοσίου στο χρηματοπιστωτικά ασταθές καθεστώς ultra-Ponzi, έναντι αρχικής εκτίμησης για παραμονή του στο δυνητικά πιο αξιόπιστο καθεστώς Ponzi.

Αυτό αναμένεται να προκαλέσει και για το 2021 μια σημαντική πίεση στις χρηματοδοτικές ανάγκες και στο χρέος του δημόσιου τομέα, και κατ’ επέκταση στο ρίσκο φερεγγυότητάς του δεδομένης της δυναμικής της οικονομίας. Η πίεση αυτή εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί τουλάχιστον έως το 2025, βάσει της τρέχουσας πρόβλεψης για παραμονή της φερεγγυότητας του Δημοσίου σε καθεστώς Ponzi.

 

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.