Τράπεζες
14-10-2021 | 09:50

Τράπεζες:  Με «φρένο» στις πτωχεύσεις και «μπλόκο» στις εταιρείες zombie θα βάλουν «γκάζι» στην ανάκαμψη

Νένα Μαλλιάρα
Μοιράσου το
Τράπεζες:  Με «φρένο» στις πτωχεύσεις και «μπλόκο» στις εταιρείες zombie θα βάλουν «γκάζι» στην ανάκαμψη
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Μονόδρομος για τις τράπεζες και τη μετάβασή τους στην εποχή μετά την πανδημική κρίση, θα είναι η προσπάθεια αναχαίτισης των πτωχεύσεων εταιρειών την επομένη της πανδημικής κρίσης, όπως επίσης και ο εντοπισμός των εταιρειών zombie. Προσφέρουν προϊόντα με συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο βιώσιμων αλλά υπερβολικά μοχλευμένων εταιρειών.

Προκειμένου να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην ανάκαμψη και στην ομαλή μετάβαση της οικονομίας στην εποχή μετά την απόσυρση των μέτρων στήριξης, οι τράπεζες θα πρέπει να επαναφέρουν στο σύστημα, μέσω αναδιαρθρώσεων, επιχειρήσεις που έχουν πληγεί από την κρίση αλλά έχουν ενδείξεις βιωσιμότητας. Στο πλαίσιο αυτό, ενδέχεται να χρειαστεί να προσφέρουν προϊόντα με συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο βιώσιμων αλλά υπερβολικά μοχλευμένων εταιρειών.

Παράλληλα, οι τράπεζες θα πρέπει να ενισχύσουν το ρόλο τους όχι μόνο ως διαμεσολαβητή στην οικονομία για την παροχή πιστώσεων, αλλά και ως συμβούλου για τις ανάγκες των επιχειρήσεων. Μόνο έτσι, οι τράπεζες θα μπορέσουν να αυξήσουν τα έσοδα και τη μελλοντική κερδοφορία τους, αλλά επίσης να κεφαλαιοποιήσουν τη μοναδική ευκαιρία που τους δίνει η εμπειρία της επιτυχούς ανταπόκρισής τους στις προκλήσεις της πανδημίας (λειτουργία σε συνθήκες lockdown, στήριξη πληττόμενων νοικοκυριών και επιχειρήσεων) και να «ξανασυστηθούν» στην πελατεία τους και την κοινωνία.

Το παραπάνω είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα που εξάγεται για τις τράπεζες – ελληνικές και υπόλοιπες ευρωπαϊκές – σχετικά με τις προκλήσεις που θα έχουν να αντιμετωπίσουν μετά την πανδημική κρίση, όπως διαπιστώνονται στο European Banking Outlook 2021 της Oliver Wyman. Η Oliver Wyman είναι μία από τις κορυφαίες παγκοσμίως εταιρείες παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και στην Ελλάδα έχει αυξανόμενη παρουσία τα τελευταία δέκα χρόνια.

Όπως διαπιστώνει η μελέτη την οποία παρουσίασαν χθες σε γεύμα εργασίας με εκπροσώπους του Τύπου τα στελέχη της Oliver Wyman, Δημήτρης Ψαρρής, επικεφαλής Ελλάδας και Κύπρου και Αθηνά Γεραγγέλλου και Παναγιώτης Μάρκου, Engagement Managers, το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα αποδείχθηκε ανθεκτικό, εν μέσω μιας από τις πιο σοβαρές πτώσεις του ΑΕΠ που έχουν σημειωθεί μέχρι σήμερα. Τα επίπεδα εποπτικών κεφαλαίων που συσσωρεύτηκαν μετά την οικονομική κρίση αποδείχθηκαν επαρκή και αρκετές από τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας αμβλύνθηκαν, ως αποτέλεσμα των σημαντικών προγραμμάτων κρατικής στήριξης. 

Μία στις τρεις τράπεζες έχουν ήδη αντιστρέψει πιστωτικές προβλέψεις (κατά μέσο όρο η κάθε τράπεζα μείωσε τις προβλέψεις για επισφάλειες κατά 12%) και ενώ οι προβλέψεις που είχαν υπολογιστεί για την κάλυψη ζημιών της πανδημίας ανέρχονταν σε 190 δις. ευρώ, τελικά διαμορφώνονται στα 110 δισ. 

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, τα έσοδα των τραπεζών και η αξία των περιουσιακών τους στοιχείων επλήγησαν σημαντικά από την κρίση: Σε χώρες όπου επιβλήθηκαν αυστηροί περιορισμοί, με οικονομίες έντονα εκτεθειμένες στις επιπτώσεις της πανδημίας, τα έσοδα μειώθηκαν έως και 11% και τα σταθμισμένα στοιχεία ενεργητικού μειώθηκαν σχεδόν 5%. Τα μισά κεφάλαια του κλάδου βρίσκονται σε τράπεζες με απόδοση ιδίων κεφαλαίων μικρότερη από 4%.

Στη διάρκεια της πανδημίας οι τράπεζες συνέχισαν την απαραίτητη διαδικασία εξορθολογισμού, με έμφαση στο γεωγραφικό αποτύπωμα, την απλοποίηση διαδικασιών και την επαναξιολόγηση των προσφερόμενων τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών. Σε συγκεκριμένες χώρες υπήρξε συγκέντρωση του τραπεζικού κλάδου, με τις εποπτικές αρχές να αναμένουν περισσότερη ενοποίηση στο μέλλον. 

Όλα τα παραπάνω επιτεύγματα, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι οι προοπτικές είναι απαραίτητα θετικές - από μακροοικονομικής άποψης, υπάρχουν ακόμα σημαντικές προκλήσεις. Για παράδειγμα, όπως αναφέρθηκε, οι αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων που διογκώνονται έντονα λόγω της υπερβολικής ρευστότητας στην αγορά, τα χαμηλά επιτόκια που συνεχίζουν να προβληματίζουν, η κερδοσκοπία στην ψηφιακή οικονομία που συνεχίζεται, ενώ οι τράπεζες πρέπει να διαχειριστούν τον πληθωρισμό για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια. 

Πιθανές αυξήσεις των επιτοκίων μπορεί να φέρουν αύξηση των εσόδων, ωστόσο αρκετές εταιρείες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ασθενή κερδοφορία, κάτι που θα δημιουργούσε έκθεση σε κίνδυνο, μαζί με τα νοικοκυριά.

Πώς οι τράπεζες μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην ανάκαμψη

Τα στελέχη της Oliver Wyman επεσήμαναν ότι οι ελληνικές τράπεζες ήταν καλύτερα προετοιμασμένες από τις ευρωπαϊκές να αντιμετωπίσουν την πανδημική κρίση, έχοντας «προπονηθεί» με τις αντιξοότητες στη διάρκεια της δεκαετούς κρίσης. Μάλιστα, οι ελληνικές τράπεζες εξάγουν αυτή τη στιγμή τεχνογνωσία διαχείρισης κρίσεων στις άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες, ειδικά σε επίπεδο μείωσης κόκκινων δανείων, αναδιαρθρώσεων και λύσεων για την αντιμετώπιση της υπερχρέωσης.

Συνολικά οι ευρωπαϊκές τράπεζες, υποστηρίζοντας την ανάκαμψη από την πανδημία και βοηθώντας στην αντιμετώπιση ορισμένων εκ των σημαντικότερων προβλημάτων της ευρωπαϊκής οικονομίας,  μπορούν να επαναπροσδιορίσουν τον σκοπό τους και να μεγιστοποιήσουν την ουσία της λειτουργίας τους και της προσφοράς τους στην οικονομία. Αντίθετα, ένας πιο περιορισμένος ρόλος των τραπεζών θα σήμαινε το σταδιακό παραγκωνισμό τους, από ένα συνδυασμό μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής και εναλλακτικών τρόπων πληρωμών και πιστώσεων.

Υπάρχουν πέντε προκλήσεις που το τραπεζικό σύστημα πρέπει να αντιμετωπίσει, προκειμένου να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην ανάκαμψη:

1) Η μετάβαση στην εποχή μετά την κρίση

Καθώς σταδιακά οδεύουμε προς το τέλος της πανδημίας, εναπόκειται στις τράπεζες να βοηθήσουν στην απελευθέρωση προγραμμάτων δανεισμού έκτακτης ανάγκης, ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα πιθανές πτωχεύσεις και τον αριθμό των εταιρειών «ζόμπι». Τυποποιημένες προσεγγίσεις πρέπει να υλοποιηθούν σε ολόκληρο τον κλάδο, με κρατική συμμετοχή. Οι τράπεζες και άλλοι χρηματοπιστωτικοί πάροχοι του ιδιωτικού τομέα μπορεί να χρειαστεί να προσφέρουν προϊόντα με συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο βιώσιμων αλλά υπερβολικά μοχλευμένων εταιρειών. Μια επιτυχημένη απεμπλοκή από την υποστήριξη έκτακτης ανάγκης θα διασφαλίσει ότι οι απώλειες δεν θα φτάσουν στα επίπεδα που η αγορά ανέμενε το 2020.

2) Η δημιουργία νέων προσεγγίσεων δανεισμού οι οποίες θα υποστηρίζονται από τον δημόσιο τομέα

Η αγορά του εταιρικού χρέους αλλάζει και οι τράπεζες θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν το ρόλο τους σε αυτή. Τα κεφάλαια ύψους 750 δισ. ευρώ του προγράμματος Next Genneration EU, αντιστοιχούν σε περίπου 16% των υπαρχόντων δανείων προς μη-χρηματοπιστωτικές εταιρείες, ενώ μέσω της Ένωσης Κεφαλαιαγορών (Capital Markets Union – CMU) υπάρχει η δυνατότητα αύξησης της χρηματοδότησης εταιρειών από την αγορά (market based financing) από το 25% στο 50%. Σε αυτό το πλαίσιο, οι τράπεζες θα πρέπει να είναι έμπιστοι σύμβουλοι των πελατών τους, να διοχετεύουν διαφορετικές μορφές κεφαλαίου και να βοηθούν τους πελάτες να περιηγηθούν στο ευρύτερο φάσμα χρηματοδοτικών λύσεων.

3) Η υποστήριξη της κλιματικής μετάβασης 

Επόμενη πρόκληση είναι η ενεργειακή μετάβαση και η κρίση βιωσιμότητας. Υπολογίζεται ότι πρέπει να επενδυθούν 1,5 έως 2 τρισ. ευρώ στην πράσινη οικονομία στην Ευρώπη. Οι τράπεζες έχουν δεσμευτεί ότι θα επιτύχουν μηδενικές εκπομπές άνθρακα στο χαρτοφυλάκιο δανείων τους έως το 2050, ωστόσο οι δεσμεύσεις αυτές είναι πολύ μακροπρόθεσμες και δεν εξυπηρετούν άμεσα την αντίστοιχη μετάβαση της πραγματικής οικονομίας. Για να επιτύχουν τους στόχους τους, οι τράπεζες θα πρέπει να έχουν ενεργητικό ρόλο σε όλες τις μεταβατικές πρωτοβουλίες. Η πιθανή σύγκρουση μεταξύ των κλιματικών στόχων και των οικονομικών αποδόσεων χρήζει διαχείρισης από τις τράπεζες, αλλά εάν οι τράπεζες δεν αναλάβουν εκείνες την πρωτοβουλία, τότε διάφορα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως εξειδικευμένοι σύμβουλοι, εταιρείες διαχείρισης δεδομένων και ιδιωτικών κεφαλαίων θα κληθούν να καλύψουν το κενό.

4) Στήριξη της ψηφιακής οικονομίας

Ο τρόπος που τα τραπεζικά προϊόντα προσφέρονται στους πελάτες, πλέον καλείται να συνδεθεί άμεσα με τις ανάγκες τους και να είναι άμεσος και ψηφιακός. Είναι πιθανό, μέσα στα επόμενα 10 χρόνια οι νέοι τρόποι πρόσβασης σε τραπεζικά προϊόντα να αποτελούν το 10% των δανείων, καταθέσεων, συναλλάγματος και πληρωμών για πελάτες λιανικής και ΜμΕ. Δεδομένου ότι αυτά τα νέα οικοσυστήματα τείνουν να παρέχουν βραχυπρόθεσμα, προϊόντα με υψηλότερα περιθώρια κέρδους, αυτό το μερίδιο θα μπορούσε να ισοδυναμεί με έσοδα έως και 40 δισ. ευρώ. Οι τράπεζες θα πρέπει να είναι αποφασιστικές σε αυτόν τον τομέα, ώστε να μπορέσουν να ανταγωνιστούν τις ταχέως αναπτυσσόμενες εταιρείες fintech και τις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας και να δημιουργήσουν σύγχρονα προϊόντα με βάση τον πελάτη, ή να εστιάσουν σε συνεργασίες που παρέχουν ενσωματωμένη χρηματοδότηση και υπηρεσίες που είναι ευρύτερες από τα παραδοσιακά τραπεζικά προϊόντα.

5) Δημιουργία μιας νέας χρηματοπιστωτικής υποδομής

Έπονται ριζικές αλλαγές στην υποκείμενη χρηματοπιστωτική υποδομή της Ευρώπης. Τα ψηφιακά νομίσματα των κεντρικών τραπεζών (CBDC) είναι υπό δημιουργία, ως αποτέλεσμα ανησυχιών που σχετίζονται με τις γεωπολιτικές και νομισματικές πολιτικές. Η πιθανή μετακίνηση ενός ποσοστού καταθέσεων 20% σε CBDC, βάζει σε ρίσκο για τις τράπεζες έσοδα από 10 έως 25 δις. ευρώ. Το τραπεζικό σύστημα πρέπει να υιοθετήσει μια συνεργατική προσέγγιση με τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τις ρυθμιστικές αρχές, ώστε να εντοπίσει και προτείνει συστημικές βελτιώσεις. Επιπλέον, ήδη παρακολουθούμε μια σειρά πρωτοβουλιών στον χώρο των πληρωμών και της αντιμετώπισης του οικονομικού εγκλήματος, ενώ οι περαιτέρω προσπάθειες εξορθολογισμού του κόστους και του επιχειρησιακού μοντέλου, θα δημιουργήσουν πιο αποτελεσματικές και ελαστικές υποδομές.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.