Στα …χαμηλά της ΕΕ κινούνται οι τιμές ρεύματος για τα ελληνικά νοικοκυριά και στα υψηλά εκείνες της βιομηχανίας. Αυτό προκύπτει από στοιχεία που παρουσίασε, πρόσφατα, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ. Γεράσιμος Θωμάς, απαντώντας σε κοινοβουλευτική ερώτηση. Όπως επεσήμανε,  «η ταχεία και ορθή υλοποίηση και λειτουργία του μοντέλου στόχου, αναμένεται να οδηγήσει σε περισσότερο αποτελεσματικές αγορές, στις οποίες οι κίνδυνοι θα αντισταθμίζονται καλύτερα και θα συμβάλλει στη βελτίωση του ανταγωνισμού τόσο στη χονδρική όσο και στη λιανική αγορά ενέργειας».

Πόσο ακριβή είναι η Ελλάδα σε σχέση με άλλα κράτη

Σύμφωνα με στοιχεία της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, οι τιμές της λιανικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στο τέλος του πρώτου εξαμήνου 2019, βρίσκονται στα χαμηλά κλιμάκια των τιμών που επικρατούν μεταξύ των 28 κρατών μελών (ΚΜ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Ειδικότερα, όσον αφορά στους οικιακούς καταναλωτές, η υψηλότερη μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για το πρώτο εξάμηνο του 2019 καταγράφηκε στη Γερμανία (0,309 €/KWh) και ακολούθως στη Δανία (0,298 €/KWh) ενώ η χαμηλότερη τιμή καταγράφηκε στη Βουλγαρία (0,100 €/KWh). Η μέση τιμής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 0,165 €/KWh, σημαντικά χαμηλότερη από το μέσο όρο των χωρών της ΕΕ (0,215 €/KWh).

Ως προς την χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, ο κ. Θωμάς αναφέρει ότι «σε εφαρμογή της νομοθεσίας για την ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται σε διαδικασία αναδιοργάνωσης και στο πλαίσιο αυτό επίκειται, εντός του 2020, η αλλαγή του μοντέλου από το σημερινό «mandatory pool», στο μοντέλο στόχο «target model» όπως ισχύει στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών».

Στον ν. 4425/2016, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, περιλαμβάνονται διατάξεις για την αναδιάρθρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και συγκεκριμένα για τη δημιουργία τεσσάρων αγορών: Αγοράς Επόμενης Ημέρας (με Ημέρα Εκπλήρωσης Φυσικής Παράδοσης την επόμενη ημέρα της διαπραγμάτευσης), Ενδοημερήσιας Αγοράς (με Ημέρα Εκπλήρωσης Φυσικής Παράδοσης την ημέρα της διαπραγμάτευσης), Ενεργειακής Χρηματοπιστωτικής Αγοράς και Αγοράς Εξισορρόπησης (που περιλαμβάνει την Αγορά Ισχύος Εξισορρόπησης και την Αγορά Ενέργειας Εξισορρόπησης).

Από την έναρξη λειτουργίας της αναδιαρθρωμένης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και έπειτα, οι συναλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας στο Διασυνδεδεμένο Σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας θα διενεργούνται στις παραπάνω αγορές, ενώ συναλλαγές επί Ενεργειακών Χρηματοπιστωτικών Μέσων θα είναι δυνατό να συνάπτονται και διμερώς, εκτός της Ενεργειακής Χρηματοπιστωτικής Αγοράς.  

Πάντως, πληροφορίες αναφέρουν ότι, αναμένεται να καθοριστεί πλαφόν στο ποσοστό παραγωγής που θα μπορεί μια εταιρεία να διαπραγματεύεται - μέσω διμερών συμβολαίων -  στη προθεσμιακή αγορά, με το υπόλοιπο να πρέπει να διοχετεύεται στην Αγορά της Επόμενης Ημέρας, δίχως ακόμη να έχει γίνει γνωστό το όριο, πάνω από το οποίο θα επιβάλλεται περιορισμός.

Παράλληλα, ο κ. Θωμάς απαντώντας σε ερωτήσεις περί περί «απομονωτισμού του εγχώριου ηλεκτρικού συστήματος», υπογράμμισε ότι δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα καθώς το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα διαθέτει πλήθος ηλεκτρικών συνδέσεων οι οποίες εξασφαλίζουν τη διακίνηση των ροών ενέργειας με τα γειτονικά συστήματα. Αναφορικά με τους τιθέμενους από την ΕΕ στόχους διασυνδεσιμότητας, ο υφυπουργός σημείωσε ότι το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα πληροί το κριτήριο του 10% το οποίο έχει τεθεί για το 2020 ενώ με βάση τα προβλεπόμενα μελλοντικά έργα διασυνδέσεων, από το 2023 και μετά, δηλαδή νωρίτερα από το έτος στόχο 2030, θα πληροί και το κριτήριο του 15%. 

Επίσης, η επικείμενη λειτουργία του Συντονιστή Περιφερειακής Ασφάλειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Regional Security Coordinator – RSC) με έδρα στην Θεσσαλονίκη στο οποίο συμμετέχουν από κοινού οι Διαχειριστές Συστήματος της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας θα επιτρέψει, σύμφωνα με τον κ. Θωμά, την βέλτιστη διαχείριση της χωρητικότητας των διασυνδέσεων.