Αλλαγές στο Αναπτυξιακό Πολυνομοσχέδιο σε σχέση με το ρόλο των ορκωτών ελεγκτών στην κατάρτιση επενδυτικών σχεδίων, πρότεινε η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (ΕΛΤΕ) με επιστολές που απηύθυνε στον υπουργό Ανάπτυξης και Επενδύσεων Άδωνι Γεωργιάδη και στον υφυπουργό Οικονομικών Απόστολο Βεσυρόπουλο.

Σύμφωνα με πληροφορίες η ΕΛΤΕ ζήτησε να εμπλουτιστούν οι διατάξεις του πολυνομοσχεδίου, ώστε να συμπλέουν με τον Κοινοτικό Κανονισμό ΕΕ 537/2014 και το ν. 4449/2017, ειδικά ως προς τα θέματα ανεξαρτησίας των ορκωτών ελεγκτών λογιστών και ελεγκτικών εταιρειών.

Ουσιαστικά η ΕΛΤΕ ζήτησε από την κυβέρνηση να μεριμνήσει, ώστε ορκωτοί ελεγκτές λογιστές  και ελεγκτικές εταιρείες που αναλαμβάνουν να καταρτίσουν επενδυτικά σχέδια, να μην έχουν καμία άλλη σχέση με την εταιρεία που τους ζητά να εκπονήσουν το επενδυτικό σχέδιο και να αποφεύγεται έτσι η σύγκρουση συμφερόντων.

Το πνεύμα αυτό εκπέμπει άλλωστε και ο Κανονισμός ΕΕ 537/2014 για τη διενέργεια υποχρεωτικού ελέγχου σε οντότητες δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος προβλέπει την αποφυγή τέτοιων συγκρούσεων. Σε απλά ελληνικά ο Κανονισμός ΕΕ 537/2014 ξεκαθαρίζει για τους ορκωτούς : «ή ζευγας ζευγάς ή παπάς παπάς».

Στη βάση αυτή η ΕΛΤΕ πρότεινε προς τους κ.κ. Γεωργιάδη και Βεσυρόπουλο το πολυνομοσχέδιο να εμπλουτισθεί με πρόσθετο άρθρο που θα προβλέπει πως οι ορκωτοί ελεγκτές λογιστές ή οι ελεγκτικές εταιρείες που διενεργούν έλεγχο σε επενδυτικά σχέδια θα εφαρμόζουν αναλογικά στο φορέα του επενδυτικού σχεδίου τις διατάξεις περί απαγόρευσης παροχής μη ελεγκτικών υπηρεσιών που ισχύουν για τη διενέργεια υποχρεωτικού ελέγχου οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος.

Έτσι, εάν οι ορκωτοί έχουν ήδη σχέση με την νομική οντότητα, π.χ. καταρτίζουν τις οικονομικές της καταστάσεις, δεν θα δύνανται να εκπονούν και το επενδυτικό της σχέδιο, το οποίο θα πρέπει να το καταρτίζουν διαφορετικοί ορκωτοί ελεγκτές λογιστές  και ελεγκτικές εταιρείες.

Με την πρόταση της ΕΛΤΕ, πέραν της αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων, διασφαλίζεται πως τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης ή τους υποψήφιου επενδυτή θα «διπλοελέγχονται» και από διαφορετικό ελεγκτή, κάτι που θα ενθαρρύνει την ελεγκτική ορθότητα και θα οδηγεί στην αποκάλυψη πιθανών λαθών ή παραλείψεων.