Μπορεί η κυβέρνηση να προχώρησε στην πλήρη κατάργηση των capital controls, αλλά δεν έδωσε συγχωροχάρτι σε όσους τα παραβίασαν κατά τους 50 μήνες που ίσχυσαν. Αντιθέτως, στην τροπολογία που κατατέθηκε χθες στη Βουλή προβλέπεται πως Τράπεζα της Ελλάδος και Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δύνανται να προχωρούν σε νέους ελέγχους υποθέσεων που αφορούν στην καταστρατήγηση των κεφαλαιακών περιορισμών κατά το διάστημα από τον Ιούνιο του 2015 έως σήμερα.

Σύμφωνα με την τροπολογία, για λόγους τήρησης της νομιμότητας προβλέπεται η διατήρηση της αρμοδιότητας διενέργειας ελέγχων συμμόρφωσης με τους περιορισμούς κίνησης κεφαλαίων, κατά τον χρόνο και υπό τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ίσχυσαν, από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, και η δυνατότητα των τελευταίων για την διενέργεια νέων ελέγχων, είτε αυτεπαγγέλτως δειγματοληπτικά ή κατόπιν καταγγελίας.

Συγκεκριμένα, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις περί ποινικής ευθύνης για παραβάσεις των capital controls κατά το χρόνο ισχύος της βραχείας τραπεζικής αργίας και των μέτρων περιορισμού της κίνησης κεφαλαίων.

Έτσι, η διάταξη που προέβλεπε πως η Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους για τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τις διατάξεις σχετικά με τους κεφαλαιακούς περιορισμούς και επιβάλλει σε αυτά για κάθε παράβαση πρόστιμο ύφους έως του 1/10 του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής, θα εξακολουθεί να ισχύει.

Ομοίως, θα παραμείνουν σε ισχύ και οι διατάξεις που προβλέπουν πως η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους για τη συμμόρφωση των εποπτευόμενων από αυτή ιδρυμάτων και φορέων και καθίσταται αρμόδια για την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων. 

Πιο απλά, όταν διαπιστώνεται εκ των υστέρων πως υπήρξε παραβίαση των κεφαλαιακών περιορισμών, κάθε παράβαση θα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, με χρηματική ποινή έως το 1/10 του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής, ενώ επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα ή, κατά περίπτωση, ο εποπτευόμενος από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς φορέας ή ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση των περιορισμών στον χρόνο που συνέβη.