«Αδύναμο κρίκο» της ελληνικής οικονομίας συνιστούν οι μισθωτοί εργαζόμενοι, καθώς ενώ το 2017 παρατηρήθηκε σχετική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής σε σχέση με το 2016 για διάφορες κοινωνικές ομάδες, σε αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα.

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο της ΓΣΕΕ, οι ροές απασχόλησης των τελευταίων ετών δημιουργούν αισιοδοξία, ωστόσο «η κατάσταση της αγοράς εργασίας σε όρους ποιότητας νέων θέσεων εργασίας και προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων απέχει από το να θεωρείται ικανοποιητική».

Η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού – λένε οι επιστήμονες του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ – σε 650 ευρώ μικτά και η κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, η οποία αντιστοιχεί σε αύξηση 27% για τους νέους κάτω των 25 ετών, αντισταθμίζουν περίπου το μισό της αρχικής μισθολογικής μείωσης των εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.

Το 2018 στον ιδιωτικό τομέα 571.000 άτομα – δηλαδή ένας στους τέσσερις – αμείβονταν με μισθό έως 500 ευρώ, ενώ 251.000 άτομα αμείβονταν με μισθό έως 250 ευρώ.

Το 2010 οι μέσες τακτικές αποδοχές στην πλήρη απασχόληση ήταν 1.394 ευρώ και το 2018 είχαν φτάσει στα 1.111 ευρώ, ενώ στην μερική απασχόληση τα 562 ευρώ το 2010 έγιναν 375 ευρώ το 2018.

Ένας εργαζόμενος μερικής απασχόλησης αμείβονταν το 2018 με λιγότερο από το μισό ανά ώρα εργασίας σε σχέση με έναν εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης. Συγκρίνοντας τα στοιχεία των αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα ανάμεσα στα έτη 2018 και 2010, γίνεται εμφανές το μέγεθος της προσαρμογής των αμοιβών.

Πιο συγκεκριμένα, κατά το 2010 οι μέσες μηνιαίες τακτικές αποδοχές ανέρχονταν σε 1.247 ευρώ, ενώ το 2018 είχαν πέσει στα 898 ευρώ, υποδεικνύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο ότι οι μειώσεις στους μισθούς την εν λόγω 8ετία ξεπέρασαν το 28% σύμφωνα πάντα με την έκθεση της ΓΣΕΕ.

Από το 2010 έως το τέλος του 2018 σχεδόν τετραπλασιάστηκε ο αριθμός όσων αμείβονται με έως 250 ευρώ (64.000 το 2010, 190.927 το 2015 και 251.020 το 2018), ενώ τριπλασιάστηκε ο αριθμός όσων λαμβάνουν 500-600 ευρώ. 

Τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση,  δείχνουν σταθερά υψηλό κόστος απόλυσης για τους μισθωτούς και όξυνση των εισοδηματικών διαφορών στην αγορά εργασίας εις βάρος των γυναικών.

Η έκθεση περιγράφει ως «ιδιαίτερα εύθραυστη» την χρηματοοικονομική θέση των νοικοκυριών,  κυρίως λόγω αρνητικών νέων αποταμιεύσεων και χαμηλού επιπέδου εισοδημάτων σε σχέση με τις δανειακές τους υποχρεώσεις. 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζει ο δείκτης του κόστους που έχει για τον κάθε μισθωτό η απώλεια της θέσης εργασίας του. Την στιγμή που ο ΣΕΒ ζητά «εξορθολογισμό» του καθεστώς των  αποζημιώσεων, τα στοιχεία του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ έρχονται να καταδείξουν με ποσοτικά δεδομένα πως η απόλυση συνεπάγεται σημαντική υποβάθμιση στην ποιότητα ζωής του ανέργου.

Ειδικότερα, το χρηματικό κόστος από την απώλεια μίας θέσης εργασίας για ένα έτος ανήλθε κατά το 2018 σε 8.126 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 50% του μέσου καθαρού εισοδήματος από
εργασία (ο δείκτης εστιάζει στην απώλεια εισοδήματος από την μετάπτωση ενός εργαζομένου σε άνεργο και υπολογίζει το κόστος απώλειας εργασίας, οριζόμενο ως η διαφορά ανάμεσα στο μέσο καθαρό εισόδημα ενός εργαζόμενου και το μέσο καθαρό εισόδημα ενός ανέργου).

Το υψηλό κόστος απώλειας εργασίας αποτυπώνει την περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύ της εργασίας στην Ελλάδα.

Το επίδομα ανεργίας αναπληρώνει μόλις το 27% του μέσου μισθού, ενώ σημαντικό ρόλο στην αναπλήρωση εισοδήματος των ανέργων παίζουν τα οικογενειακά επιδόματα και τα μέτρα επιδότησης ενοικίου, που όμως δεν έχουν μετρηθεί καθώς εφαρμόζονται από το 2019. 

Αναφερόμενος στην συζήτηση για το επταήμερο που άνοιξε εσχάτως, ο Πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος έκανε λόγο για πολιτικό πλιάτσικο σε βάρος του κόσμου της εργασίας από τα κόμματα, τα οποία βυσοδομούν στις πλάτες των εργαζομένων.

Ο ίδιος επεσήμανε ότι το πρόβλημα βρίσκεται στις δυσμενείς αλλαγές που συντελέστηκαν τα τελευταία χρόνια στην διευθέτηση του χρόνου εργασίας και αναφέρθηκε στην αύξηση των εργάσιμων ωρών ανά ημέρα σε 13 από 11, τη μείωση της ημερήσιας ανάπαυσης από 12 σε 11, στη θεσμοθέτηση φθηνότερων υπερωριών, στην κατάργηση της κυριακάτικης αργίας και της εξαήμερης εργασίας στο εμπόριο, στις «ψευτοσυμβάσεις» μερικής απασχόλησης που υποκρύπτουν πλήρη απασχόληση, τις «μαύρες» υπερωρίες και τη λειτουργία βιομηχανιών σε 7ημερη βάση με την επίκληση χρόνου συντήρησης.

Από την πλευρά του ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Γιώργος Αργείτης παρομοίασε την ελληνική οικονομία με «κυρία προχωρημένης ηλικίας με χαμηλό εισόδημα και ιδιοτροπίες η οποία ζητά πολιτικούς για σοβαρή σχέση...»