Μια από τις μεγάλες αποτυχίες του Καλλικράτη (ν.3852/2010) ήταν η κατάργηση της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης (νομαρχιών) ως ενδιάμεσων επιπέδων τοπικής αυτοδιοίκησης και η υποβάθμισή τους ως υπο-περιφερειακών χωρικών ενοτήτων για την οργάνωση των υπηρεσιών των νέων αυτοδιοικούμενων Περιφερειών. Η επιλογή του νομοθέτη το 2010 παραγνώρισε την ιστορική, πολιτική και διοικητική σημασία των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, αγνόησε το νευραλγικό ρόλο των νομαρχιών στην άσκηση μέρους των κρατικών αρμοδιοτήτων και λειτουργιών σε επίπεδο νομού και απέρριψε τη σημασία αυτού του χωρικού επιπέδου στην πραγμάτωση της δημοκρατίας, καταργώντας το νομαρχιακό συμβούλιο. Ωστόσο, διατηρήθηκε τότε ο θεσμός του χωρικού Αντιπεριφερειάρχη, αιρετού οργάνου σε επίπεδο Περιφερειακής Ενότητας που είχε ως συνέπεια και τη διατήρηση ενός πλέγματος λειτουργιών συντονισμού, έκφρασης και πολιτικής διεκδίκησης στο επίπεδο αυτό.

Την ίδια περίοδο, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συζητείτο ακόμα πιο έντονα η ανάγκη ενδυνάμωσης των περιφερειών και της περιφερειακής αυτοδιοίκησης αλλά και η ανάγκη πολιτικών και προσεγγίσεων με βάση το χώρο και όχι τις κάθετες κλαδικές πολιτικές. Ο προσανατολισμός αυτός, πολιτικός και επιστημονικός, στηριζόταν και στην ανάγκη ενίσχυσης της δημοκρατικής συμμετοχής των πολιτών σε αυτό το χωρικό επίπεδο, την ανάγκη προστασίας, ανάδειξης και εξέλιξης των τοπικών και περιφερειακών κοινωνικών κεφαλαίων ως αναγκαίων στοιχείων οποιασδήποτε αναπτυξιακής προσπάθειας αλλά και εργαλείο αντιμετώπισης διαταραχών, πιέσεων προσαρμογών και νέων προκλήσεων που έφερνε μαζί της η παγκοσμιοποίηση των αγορών. Στην Ελλάδα, και με την δημοσιονομική πίεση των Μνημονίων αλλά και την ήδη υφιστάμενη συγκεντρωτική δομή εξουσίας, όλο αυτό μεταφράστηκε σε χωρική ανακλιμάκωση της τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης σε επίπεδο τέτοιο που απονεύρωνε ακόμα περισσότερο τη συμμετοχή των πολιτών στις δημοκρατικές διαδικασίες, απομάκρυνε τους θεσμούς από το λαό, καθιστούσε λιγότερο αποτελεσματική τη διοικητική δράση και ενίσχυε θεαματικά τις χωρικές και περιφερειακές ανισότητες. Έτσι οι κεντρικοί πόλοι των Δήμων και των Περιφερειών «απομύζησαν» ακόμα περισσότερα τις περιφερειακές περιοχές τους και ενίσχυσαν τις τάσεις ανισότητας, ακόμα και περιθωριοποίησης ολόκληρων χωρικών ενοτήτων.

Με δεδομένα όλα τα παραπάνω, η μεταρρύθμιση του θεσμικού περιβάλλοντος της τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης προέκυπτε ως βαθιά ανάγκη δημοκρατικής ανάταξης, διοικητικής ανασυγκρότησης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Το κείμενο εργασίας του ΥΠΕΣ για τη μεταρρύθμιση, όχι μόνο δεν αξιολόγησε όλες τις παραπάνω συνέπειες σε ό,τι αφορά τις Περιφέρειες, αλλά διατύπωσε επιχειρήματα υπέρ της κατάργησης του αιρετού χαρακτήρα των χωρικών Αντιπεριφερειαρχών και της μετατροπής τους (Περιφερειακές Ενότητες) σε «θέματα»/ «κλάδους» όπου ως επικεφαλής τους θα διορίζονται περιφερειακοί σύμβουλοι κατόπιν απόφασης των Περιφερειαρχών.

Η πρόταση αυτή δημιούργησε από την πρώτη στιγμή έντονο προβληματισμό, όχι μόνο για τα έωλα επιχειρήματα που έχουν αποτυπωθεί στο κείμενο εργασίας αλλά για τις αναμενόμενες επιπτώσεις από την υιοθέτηση και θεσμοθέτηση αυτής της ρύθμισης. Δυστυχώς, η πρόταση φαίνεται ότι θα περιλαμβάνεται στο επικείμενο νομοσχέδιο και θα οδηγήσει στην ουσιαστική κατάργηση των Περιφερειακών Ενοτήτων ως ιδιόμορφων πολιτικών και διοικητικών οντοτήτων. Οι συνέπειες θα είναι αρνητικές και επιζήμιες για όλα τα επίπεδα διοίκησης για πολλούς και διαφορετικούς λόγους αλλά το πιο τραγικό αφορά την ενίσχυση των χωρικών και περιφερειακών ανισοτήτων που εν τέλει αποδυναμώνουν  και την ίδια την δημοκρατία (όπως άλλωστε ο Κλεισθένης είχε εντοπίσει και προς τούτο νομοθέτησε ανάλογα). Μερικές από αυτές  συνέπειες είναι οι ακόλουθες:

  • Η Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση, πριν ακόμα εμπεδωθεί ως θεσμός, θα απομακρυνθεί ακόμα περισσότερο από το λαό και θα απαξιωθεί ως ένα ακόμα διοικητικό όργανο.
  • Ο διοικητικός μηχανισμός των Περιφερειών θα επικεντρωθεί ακόμα περισσότερο στην εξυπηρέτηση λειτουργιών των κεντρικών πόλων- πρωτευουσών- εδρών με αρνητικές συνέπειες για την ενδο-περιφερειακή αποκέντρωση.
  • Η έλλειψη διακριτικής πολιτικής αντιπροσώπευσης των Περιφερειακών Ενοτήτων στα συλλογικά όργανα των Περιφερειών θα ενισχύσει το κέντρο, θα απαξιώσει ακόμα περισσότερο τις ανάγκες των Περιφερειακών Ενοτήτων με οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα – θα τις καταστήσει ένα ακόμα «θέμα».
  • Εντός των Περιφερειών της χώρας και ιδιαίτερα στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη, οι ανισότητες ήταν ήδη σημαντικές και σήμερα είναι τραγικές. Οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη προϋποθέτουν χωρικά εργαλεία αντιπροσώπευσης και συμμετοχής στο πολιτικό γίγνεσθαι των Περιφερειών. Η έλλειψη χωρικά αιρετών αντιπεριφερειαρχών σημαίνει κατάργηση και του τελευταίου στοιχείου πολιτικής οντότητας για τις Περιφερειακές Ενότητες.
  • Ο συντονισμός κρατικών λειτουργιών και σύνθετων διοικητικών διεργασιών σε επίπεδο Περιφερειακών Ενοτήτων θα αποδυναμωθεί ακόμα περισσότερο, δημιουργώντας αρρυθμίες, αναποτελεσματικότητα και πλήγματα στην δυνατότητα ανταπόκρισης της διοικητικής μηχανής σε σειρά ζητημάτων από την πολιτική προστασία μέχρι την περιβαλλοντική προστασία και την εξυπηρέτηση του πολίτη.

Όταν ο Κλεισθένης αναδιάταξε τον πολιτικό- διοικητικό χάρτη της Πολιτείας των Αθηναίων, προέκρινε τρία χωρικά επίπεδα διοίκησης: Τις 10 φυλές/περιοχές σε τριτοβάθμιο επίπεδο, τις 30 τριττύες στο ενδιάμεσο επίπεδο και τους 100 δήμους στο πρωτοβάθμιο. Και τα τρία επίπεδα συγκροτήθηκαν με χωρικά και πολιτειακά κριτήρια (σε αντίθεση με τα προηγούμενα κοινωνικά- φυλετικά) με σκοπό να αμβλυνθούν οι ανισότητες και η τεράστια επιρροή και εξουσία των ολίγων εις βάρος των πολλών. Η χωρική διάκριση των εξουσιών από τότε αναδείχθηκε ως καθοριστικός παράγοντας της δημοκρατίας μαζί με τη λειτουργική διάκριση των εξουσιών και την διεύρυνση τόσο του εκλογικού σώματος όσο και του σώματος των πολιτών που μπορούσε και έπρεπε να έχει την δυνατότητα να συμμετέχει στη διοίκηση των κοινών.

Ο Κλεισθένη «αποδιδούς τω πλήθει την πολιτείαν» και «αναμείξαι βουλόμενος, όπως μετάσχωσι πλείους της πολιτείας» και «στοχαζόμενος του πλήθους», ήταν αυτός που ιστορικά ίσως πρώτος ανέδειξε τη σημασία της χωρικής διάκρισης των εξουσιών και της καταπολέμηση των ανισοτήτων ως θεμελιώδη στοιχεία της δημοκρατικής πολιτείας. Μερικούς αιώνες αργότερα, ο Alexis de Tocqueville στην περίφημη μελέτη του για τη δημοκρατία στην Αμερική, σημείωνε – μεταξύ άλλων- ότι «η διοικητική συγκέντρωση απονευρώνει τους λαούς που υπόκεινται σε αυτήν, γιατί τείνει ακατάπαυστα να μειώσει σε αυτούς το πνεύμα του πολίτη, συντηρεί στο κοινωνικό σώμα ένα είδος διοικητικής υπνηλίας και διαπρέπει στο να εμποδίζει, όχι να κάνει!… Η κυβερνητική και διοικητική μηχανή του συγκεντρωτισμού όταν πρόκειται να αναταράξει βαθιά την κοινωνία ή να της επιβάλει μια γρήγορη πορεία, η δύναμή της την εγκαταλείπει. Λίγο να χρειαστούν τα μέτρα της τη συνδρομή των ατόμων, εκπλήσσει τότε η αδυναμία της τεράστιας αυτής μηχανής, βρίσκεται ξάφνου σε αδυναμία».

 Η χωρική ανακλιμάκωση της τοπικής και περιφερειακής διακυβέρνησης στη χώρα μας, όπως ήδη έχει επισημανθεί από το Συμβούλιο της  Ευρώπης και όπως ήδη έχει βιώνεται  από τους συμπολίτες μας, έχει συμβάλει αρνητικά στην ποιότητα της δημοκρατίας μας και έχει οδηγήσει σε περαιτέρω πολιτική αποξένωση. Ο Κλεισθένης μας έδειξε αιώνες πριν  τα εργαλεία αναζωογόνησης της δημοκρατικής συμμετοχής, ας μην ταυτιστεί λοιπόν  με το παράδοξο μιας νέας χωρικής ανακλιμάκωσης της περιφερειακής αυτοδιοίκησης (εσωτερικής αυτή τη φορά)  που ενισχύει τις ποικίλες ανισότητες και οδηγεί στην πολιτική απονεύρωση των όποιων αυτοδιοικητικών κυττάρων σε επίπεδο Περιφερειακών Ενοτήτων.