Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, έως το 2022, το 54% των εργαζομένων στον δυτικό κόσμο, θα χρειαστεί επανεκπαίδευση και αναβάθμιση των δεξιοτήτων του. Τα περισσότερα επαγγέλματα σε είκοσι χρόνια από σήμερα δεν θα υπάρχουν και θα έχουν αντικατασταθεί με άλλα.

Για να αντιμετωπίσουμε αυτές τις προκλήσεις θα πρέπει να στραφούμε προς τις δεξιότητες του 21ου αιώνα. Πρέπει να εμπιστευτούμε δηλαδή τις ψηφιακές δεξιότητες και ταυτόχρονα τα soft skills, τις ανθρώπινες δεξιότητες.

Είναι αναμφισβήτητο ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, δεν έχει σήμερα τη δυνατότητα, να αναπτύξει αυτές τις δεξιότητες και γι αυτό πρέπει να αλλάξει.

Στην Ελλάδα η εκπαίδευση αποτελεί το μεγαλύτερο ανενεργό κεφάλαιο σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη προηγμένη χώρα. Η αξιοποίησή του θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκσυγχρονισμού των κοινωνικών θεσμών και να επηρεάσει θετικά την πορεία της οικονομίας. 

Εκπαιδευτικό σύστημα ανοικτών οριζόντων, ελεύθερης επιλογής

Τι πρέπει λοιπόν να γίνει στο εκπαιδευτικό σύστημα; Πρέπει να έχουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που θα επιτρέπει την ελεύθερη επιλογή σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Θα δίνει έμφαση στον εκπαιδευτικό (καλή αρχική εκπαίδευση, αυστηρό σύστημα επιλογής των καλύτερων), και θα επιβάλει την αυστηρή αξιολόγηση του εκπαιδευτικού προσωπικού και τη λογοδοσία στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα.

Την αποκέντρωση και την ενίσχυση της αυτονομίας της σχολικής μονάδας (καλύτερη ανταπόκριση στις τοπικές ανάγκες, ανάπτυξη παιδαγωγικών καινοτομιών έξω από το ασφυκτικό πλαίσιο της συγκεντρωτικής ομοιομορφίας και του κεντρικού προγραμματισμού.

Θα προάγει την δια βίου μάθηση. Αυτό συνδέεται με τον έλεγχο της γνώσης, όχι δηλαδή με το πώς απέκτησες τη γνώση αλλά ποιο είναι το αποτέλεσμα των όσων γνωρίζεις.

Το ζητούμενο πλέον είναι όχι το πού σπουδάζει κανείς αλλά το τι γνωρίζει και το τι μπορεί να κάνει. Εργαλεία, όπως οι εκπαιδευτικές πιστωτικές μονάδες (ECTS, ECVET) επιτρέπουν στα άτομα να εκπαιδεύονται δια βίου επικαιροποιώντας διαρκώς τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους συσσωρεύοντας και ανανεώνοντας το μορφωτικό τους κεφάλαιο, κατά τον ίδιο τρόπο που διαχειρίζεται κάποιος τις υπόλοιπες μορφές κεφαλαίου.

 Οι χώρες των οποίων τα εκπαιδευτικά συστήματα συγκεντρώνουν τέτοια χαρακτηριστικά, όπως λ.χ. η Κορέα, το Χονγκ-Κονγκ, η Σιγκαπούρη, η Φινλανδία, η Σουηδία κ.ά. έχουν επιτύχει εντυπωσιακά αναπτυξιακά αποτελέσματα σε μακροχρόνια βάση.

Ενώ αυτά συμβαίνουν αλλού η ελληνική εκπαιδευτική πολιτική περί άλλα τυρβάζει προσκολλημένη ακόμα σ΄ ένα παρωχημένο εκπαιδευτικό μοντέλο.

Όμως, μόνο με ένα εκπαιδευτικό σύστημα ανοικτών οριζόντων, ελεύθερης επιλογής και όχι υπερσυγκεντρωτικό, θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τη μεγάλη πρόκληση του ψηφιακού μετασχηματισμού της χώρας.

Θέλουμε η βασική εκπαίδευση να αποτελέσει την ατμομηχανή της οικονομικής ανάπτυξης και της συνολικής θεσμικής βελτίωσης της χώρας πρέπει να κινηθούμε σύμφωνα με τις παραπάνω κατευθύνσεις, όπως αυτές αποτυπώνονται ξεκάθαρα στη διεθνή εμπειρία και πρακτική. Διαφορετικά η χαμηλής ποιότητας εκπαίδευση που προσφέρουμε στους σημερινούς μαθητές θα υπονομεύσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και θα αναβάλει για το απώτατο μέλλον την έξοδό της από την κρίση.