Η Ευρώπη θέλει να οδηγήσει περισσότερες αποταμιεύσεις ευρωπαϊκών νοικοκυριών στις κεφαλαιαγορές, ώστε οι πολίτες να έχουν περισσότερες δυνατότητες να αυξήσουν τον πλούτο τους και οι επιχειρήσεις να αποκτήσουν ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Η επιτυχία όμως της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (SIU) θα κριθεί όχι μόνο από το πόσοι Ευρωπαίοι θα αγοράσουν για πρώτη φορά μια μετοχή ή ένα αμοιβαίο κεφάλαιο, αλλά και από το πόσο θα παραμείνουν στις αγορές.
Αυτό το πρόβλημα του retention αναδεικνύει πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αναλύοντας στοιχεία από 11 χώρες της Ευρωζώνης, οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι πίσω από τα σχετικά σταθερά ποσοστά συμμετοχής κρύβεται μια συνεχής εναλλαγή επενδυτών. Κάθε χρόνο εισέρχεται στην αγορά περίπου το 6%-10% όσων δεν κατείχαν μετοχές ή αμοιβαία κεφάλαια, αλλά την ίδια στιγμή αποχωρεί το 25%-35% όσων είχαν τέτοιες επενδύσεις.
Με άλλα λόγια, οι ευρωπαϊκές αγορές προσελκύουν νέους ιδιώτες, αλλά δυσκολεύονται να τους κρατήσουν. Οι αποχωρήσεις είναι αναλογικά πολύ περισσότερες από τις νέες εισόδους, με αποτέλεσμα η επενδυτική βάση να παραμένει ευάλωτη σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας ή έντονων χρηματιστηριακών διακυμάνσεων.
Η μελέτη των Δημήτρη Χριστέλη, Δημήτρη Γεωργαράκου, Tullio Jappelli, Geoff Kenny και Justus Meyer βασίζεται στην Έρευνα Προσδοκιών Καταναλωτών της ΕΚΤ και καλύπτει την περίοδο 2020-2024. Εξετάζει την άμεση κατοχή μετοχών, αλλά και την ευρύτερη συμμετοχή μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων και ETFs.
Η νέα γενιά των επενδυτών
Περίπου το 10% του πληθυσμού στις χώρες της έρευνας τοποθετήθηκε για πρώτη φορά σε μετοχές ή αμοιβαία κεφάλαια από το 2020 και μετά. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν ένας στους τρεις σημερινούς επενδυτές εισήλθε στις αγορές μέσα στην τελευταία πενταετία. Πρόκειται για μια γενιά της οποίας η εμπειρία διαμορφώθηκε σε εξαιρετικά ασυνήθιστες συνθήκες. Το χρηματιστηριακό σοκ της πανδημίας, το ισχυρό ράλι που ακολούθησε, η εκτίναξη του πληθωρισμού και η απότομη αύξηση των επιτοκίων. Ταυτόχρονα, οι εφαρμογές συναλλαγών και οι ψηφιακές επενδυτικές πλατφόρμες έκαναν την είσοδο στις αγορές ευκολότερη και φθηνότερη από ποτέ.
Οι νέοι επενδυτές, ωστόσο, δεν έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με όσους βρίσκονται για χρόνια στις αγορές. Είναι κατά κανόνα νεότεροι, αλλά διαθέτουν χαμηλότερο εισόδημα, χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης και περιορισμένες χρηματοοικονομικές γνώσεις. Εμφανίζουν επίσης μικρότερη ανοχή στον κίνδυνο. Ως προς το προφίλ τους, μοιάζουν περισσότερο με όσους παραμένουν εκτός αγοράς παρά με τους έμπειρους επενδυτές.
Αυτό σημαίνει ότι ένα νοικοκυριό με περιορισμένα αποθέματα ρευστότητας μπορεί να αναγκαστεί να πουλήσει τις επενδύσεις του για να καλύψει μια απρόβλεπτη ανάγκη. Αντίστοιχα, ένας άπειρος επενδυτής με χαμηλή ανοχή στον κίνδυνο μπορεί να εγκαταλείψει την αγορά μόλις βρεθεί αντιμέτωπος με τις πρώτες σοβαρές απώλειες. Η τεχνολογία μπορεί επομένως να ανοίξει την πόρτα των κεφαλαιαγορών, δεν αρκεί όμως για να μετατρέψει μια δοκιμαστική τοποθέτηση σε σταθερή, μακροπρόθεσμη επενδυτική σχέση.
Η ελληνική περίπτωση
Η εικόνα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία βρίσκεται στο χαμηλότερο άκρο της συμμετοχής των νοικοκυριών στις κεφαλαιαγορές μεταξύ των 11 χωρών που εξετάζει η μελέτη. Με τον ευρύτερο ορισμό, που περιλαμβάνει μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια, μαζί με ETFs, το ποσοστό συμμετοχής κινείται περίπου στην περιοχή του 20%.

Στη Φινλανδία, τη Γερμανία και το Βέλγιο, αντίθετα, το αντίστοιχο ποσοστό υπερβαίνει το 40%. Η Ελλάδα είναι επίσης η μόνη χώρα που αποκλίνει από τη γενικότερη ανοδική τάση η οποία παρατηρείται από το 2022 και μετά. Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι εντάχθηκε στην Έρευνα Προσδοκιών Καταναλωτών το 2022, επομένως η διαθέσιμη χρονοσειρά είναι μικρότερη έναντι άλλων χωρών που συμμετείχαν εξαρχής.
Περιορισμένη είναι και η ανανέωση της ελληνικής επενδυτικής βάσης. Λίγο περισσότερο από το 5% του πληθυσμού επένδυσε για πρώτη φορά από το 2020 και μετά, το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της μελέτης. Στην Ολλανδία, την Αυστρία και τη Φινλανδία, οι νεοεισερχόμενοι αντιστοιχούν περίπου στο 15% του πληθυσμού.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το τι κρατά τους Έλληνες μακριά από τις αγορές. Η στατιστική ανάλυση της μελέτης δείχνει ότι στην Ελλάδα τρία εμπόδια εμφανίζονται ιδιαίτερα έντονα: η έλλειψη χρημάτων, ο φόβος απέναντι στον επενδυτικό κίνδυνο και, κυρίως, η χαμηλή εμπιστοσύνη στις αγορές. Αντίθετα, η έλλειψη επενδυτικών γνώσεων δεν προκύπτει ως ιδιαίτερα έντονο ελληνικό πρόβλημα. Το εύρημα έχει σημασία για τη συζήτηση γύρω από τη SIU, καθώς δείχνει ότι η χαμηλή συμμετοχή στην Ελλάδα δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στην ανεπαρκή χρηματοοικονομική εκπαίδευση.
Η εύθραυστη «γενιά της πανδημίας»
Η εμπειρία της πανδημίας δείχνει πόσο δύσκολο είναι να μετατραπεί μια αύξηση της συμμετοχής σε μόνιμη αλλαγή συμπεριφοράς. Το 2020 και το 2021, οι αυξημένες αποταμιεύσεις, οι περιορισμένες δυνατότητες κατανάλωσης και η ισχυρή πορεία των αγορών έφεραν πολλούς νέους επενδυτές. Στη συνέχεια, όμως, μεταξύ 2021 και 2022, καταγράφηκαν οι υψηλότερες αποχωρήσεις της εξεταζόμενης περιόδου.
Οι περισσότεροι νέοι επενδυτές δεν αποχώρησαν, αλλά ένα αρκετά μεγάλο μέρος τους εγκατέλειψε γρήγορα την αγορά, υπονομεύοντας τη διεύρυνση που είχε προηγηθεί. Παράλληλα, η αδράνεια παραμένει ισχυρή, καθώς πάνω από το 90% όσων δεν επενδύουν εξακολουθεί να μένει εκτός αγοράς και την επόμενη χρονιά.
Η χρηματοοικονομική παιδεία μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στο retention. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι επενδυτές με υψηλές χρηματοοικονομικές γνώσεις έχουν κατά 11-12 ποσοστιαίες μονάδες μικρότερη πιθανότητα να αποχωρήσουν. Ακόμη ισχυρότερος παράγοντας είναι η ρευστότητα. Τα νοικοκυριά που διαθέτουν επαρκές οικονομικό «μαξιλάρι» έχουν κατά 18-19 μονάδες μικρότερη πιθανότητα να πουλήσουν τις επενδύσεις τους.
Από την πρόσβαση στην παραμονή
Η έλλειψη χρημάτων παραμένει ο συχνότερος λόγος αποχής σε όλες τις χώρες, αλλά δεν εξηγεί ολόκληρη την εικόνα. Για τα χαμηλότερα εισοδήματα κυριαρχούν οι περιορισμένοι πόροι και τα κόστη συμμετοχής. Στα υψηλότερα εισοδήματα αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα ο φόβος των ζημιών, η δυσπιστία και η αντίληψη ότι οι επενδύσεις είναι πολύπλοκες.

Την ίδια στιγμή, περίπου το 8%-10% των νοικοκυριών κατέχει crypto assets, συνήθως σε μικρά ποσά. Οι κάτοχοι είναι κυρίως νεότεροι άνδρες με μεγαλύτερη ανοχή στον κίνδυνο, ενώ τα crypto φαίνεται να χρησιμοποιούνται περισσότερο για κερδοσκοπία παρά ως εργαλείο μακροπρόθεσμης αποταμίευσης.
Τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι η πρόκληση για την Ευρώπη και για την επιτυχία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων δεν εξαντλείται στη δημιουργία νέων επενδυτικών προϊόντων ή στη μείωση του κόστους πρόσβασης. Η επιτυχία της SIU θα κριθεί από το αν οι περιστασιακοί νεοεισερχόμενοι θα μπορέσουν να εξελιχθούν σε σταθερούς, μακροπρόθεσμους επενδυτές, χωρίς να αναλαμβάνουν κινδύνους που δεν κατανοούν ή δεν μπορούν οικονομικά να αντέξουν.



