Η νέα οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το ξέπλυμα χρήματος δεν έχει λάβει ακόμη επίσημο νούμερο από την εφημερίδα της ΕΕ, παρόλα αυτά έρχεται να αντικαταστήσει και να καταργήσει την ισχύουσα 3η οδηγία 60/2005 και να ενσωματώσει όλες τις σχετικές εξελίξεις που έχουν συμβεί από την 3η οδηγία και μέχρι το 2012 οπότε κατατέθηκε η σχετική πρόταση στην ΕΕ. 

Στις σημαντικές βελτιώσεις πρέπει να τονιστεί ότι αλλάζει το εύρος του πεδίου εφαρμογής. Όχι δραστικά, αλλά επηρεάζει κάποια επαγγέλματα και κυρίως επηρεάζει τις εταιρείες τυχερών παιγνίων. Η προηγούμενη οδηγία θεωρούσε ως υπόχρεες οντότητες για εφαρμογή των κανόνων αντιμετώπισης του ξεπλύματος, τα καζίνο. Η νέα οδηγία συμπεριλαμβάνει όλον τον τομέα τυχερών παιχνιδιών με τον εξής ορισμό στο άρθρο 8:

«ως «υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών νοούνται οι υπηρεσίες χρηματικού στοιχήματος, σε τυχερά παιχνίδια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με κάποιο στοιχείο δεξιότητας, όπως λαχεία, παιχνίδια καζίνο, παιχνίδια πόκερ και πράξεις στοιχηματισμού, που προσφέρονται σε συγκεκριμένο χώρο ή με οποιοδήποτε μέσο εξ αποστάσεως, με ηλεκτρονικά μέσα ή με κάθε άλλη τεχνολογία διευκόλυνσης της επικοινωνίας, και μετά από ατομικό αίτημα του αποδέκτη των υπηρεσιών».

 

Και η φοροδιαφυγή στο στόχαστρο

Επίσης συμπεριλαμβάνεται πλέον ρητά η φοροδιαφυγή ως υποκείμενο έγκλημα τόσο επί έμμεσων αλλά και επί άμεσων φόρων. Συγκεκριμένα η ΕΕ στο άρθρο 3 προβλέπει ότι στα υποκείμενα εγκλήματα συμπεριλαμβάνονται και αυτά «των φορολογικών εγκλημάτων σχετικών με άμεσους φόρους και έμμεσους φόρους, που τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας ή ένταλμα προσωρινής κράτησης μέγιστης διάρκειας άνω του έτους ή, όσον αφορά τα κράτη εκείνα που έχουν ελάχιστο κατώτατο όριο για τα αδικήματα στην έννομη τάξη τους, όλων των αδικημάτων που τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή ένταλμα προσωρινής κράτησης ελάχιστης διάρκειας τουλάχιστον έξι μηνών».

 

Επίσης στο ίδιο άρθρο (3), η επιτροπή παραθέτει έναν πιο αναλυτικό ορισμό του πραγματικού δικαιούχου μιας επιχείρησης ως «το φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα, τα οποία τελικά κατέχουν ή ελέγχουν νομική οντότητα, κατέχοντας, αμέσως ή εμμέσως, ή ελέγχοντας επαρκές ποσοστό των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου της εν λόγω νομικής οντότητας, μεταξύ άλλων μέσω μετοχών στον κομιστή, εκτός από εισηγμένη εταιρεία σε ρυθμιζόμενη αγορά η οποία υπόκειται σε απαιτήσεις γνωστοποίησης κατά την κοινοτική νομοθεσία ή υπόκειται σε ισοδύναμα διεθνή πρότυπα. Ποσοστό ύψους 25% συν μία μετοχή αποτελεί τεκμήριο ιδιοκτησίας ή ελέγχου μέσω συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο, και ισχύει για κάθε επίπεδο άμεσης και έμμεσης ιδιοκτησίας». 

Για τους πραγματικούς δικαιούχους η νέα οδηγία προβλέπει ότι είναι μια πληροφορία την οποία οι υπόχρεες οντότητες (τράπεζες κ.ο.κ.) θα πρέπει να την αποκτούν αλλά στο άρθρο 29 πάει ένα βήμα πιο πέρα, προβλέποντας ότι τα κράτη μέλη θα γνωρίζουν τους πραγματικούς δικαιούχους των οντοτήτων που είναι εγκατεστημένα στο έδαφος τους και θα καθιστούν τις πληροφορίες διαθέσιμες και προσβάσιμες στις υπόχρεες οντότητες της οδηγίες ώστε αυτές να εξασκήσουν τους απαραίτητους ελέγχους. 

Προφανώς το άρθρο αυτό προβλέπει στο μέλλον μια κεντρική διαχείριση της πληροφορίας των πραγματικών δικαιούχων των επιχειρήσεων, ενδεχομένως από κάποια υπηρεσία όπως το ΓΕΜΗ, στο οποίο θα δίδεται πρόσβαση σε υπόχρεες οντότητες αλλά και στις αρχές. 

Επίσης στο άρθρο 2 στο πεδίο εφαρμογής η επιτροπή χαμήλωσε το κατώφλι συναλλαγής για εφαρμογή κανόνων ξεπλύματος, στους εμπόρους αγαθών υψηλής αξίας όπως πχ κοσμημάτων, αυτοκινήτων κλπ, από τα 15 χιλιάδες ευρώ στα 7,5 χιλιάδες ευρώ. Η επιτροπή επίσης στην οδηγία επεκτείνει τον έλεγχο των υπόχρεων οντοτήτων και στους πολιτικούς αλλά και άλλα πολιτικώς εκτιθέμενα πρόσωπα. Η προηγούμενη οδηγία περιόριζε ευθύνες ελέγχου συναλλαγών στις Τράπεζες σε αλλοδαπά μόνον πολιτικώς εκτιθέμενα πρόσωπα. Η νέα οδηγία καθορίζει τις ίδιες υποχρεώσεις και εναντίον των ημεδαπών πολιτικώς εκτιθέμενων προσώπων. Αυτή είναι μια πολύ σημαντική αλλαγή από την προηγούμενη νομοθεσία. 

 

Στενότερο το "μαρκάρισμα" 

Η νέα οδηγία στο άρθρο 34 προσδιορίζει κάποιους παράγοντες στην περίπτωση διενέργειας συναλλαγής ύποπτης για ξέπλυμα χρήματος. Το σημαντικό είναι ότι προβλέπει πως 

«αν υπάρχει υπόνοια ότι η συναλλαγή συνιστά νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και εφόσον η αποφυγή της είναι αδύνατη ή ενδέχεται να εμποδίσει τη δίωξη των προσώπων υπέρ των οποίων διενεργείται η εικαζόμενη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, οι εμπλεκόμενες υπόχρεες οντότητες ενημερώνουν τη ΜΧΠ αμέσως μετά τη συναλλαγή». 

Αυτό σημαίνει ότι η συνεργασία των υπόχρεων οντοτήτων με την εκάστοτε αρμόδια αρχή για το ξέπλυμα γίνεται πιο ενεργή, εφόσον προβλέπεται να εκτελεστεί μια συναλλαγή που εμπεριέχει κίνδυνο ξεπλύματος χρήματος ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας εφόσον αυτή η συναλλαγή μπορεί να οδηγήσει στην δίωξη των προσώπων που ξεπλένουν εφόσον φυσικά γίνει με ταυτόχρονη ενημέρωση της αρχής για το ξέπλυμα.  

 

Στατιστικός έλεγχος

Τέλος στο άρθρο 41 η οδηγία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να τηρούν προσβάσιμα στατιστικά για τους σκοπούς της προετοιμασίας των εθνικών εκτιμήσεων των κινδύνων τα οποία περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων «δεδομένα με αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τις φάσεις αναφοράς, διερεύνησης και δικαστικής διαδικασίας του εθνικού συστήματος για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όπου συμπεριλαμβάνονται ο αριθμός αναφορών για ύποπτες συναλλαγές που υποβλήθηκαν στη ΜΧΠ, η συνέχεια που δόθηκε σε αυτές τις αναφορές και, σε ετήσια βάση, ο αριθμός των υποθέσεων που διερευνήθηκαν, ο αριθμός των ατόμων που διώχθηκαν, ο αριθμός των ατόμων που καταδικάστηκαν για αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και η αξία, σε ευρώ, των περιουσιακών στοιχείων που δεσμεύθηκαν, κατασχέθηκαν ή δημεύθηκαν». 

Τα παραπάνω στοιχεία πρέπει να δημοσιεύονται σε μια ενοποιημένη επισκόπηση από την Αρχή για το ξέπλυμα. 

Η οδηγία επίσης δίδει εκτενείς αρχές σχετικά με την προσέγγιση του ξεπλύματος με βάση τον κίνδυνο, σχετικά με την συνεργασία των εποπτικών αρχών μέσα στην κοινότητα αλλά και άλλα τεχνικά θέματα τα οποία ενδιαφέρον περισσότερο την Αρχή για το ξέπλυμα και τους υπόχρεους εφαρμογής. Η νέα οδηγία δεν ενσωματώνεται αυτόματα στο Ελληνικό δίκαιο αλλά υπάρχει μια καταληκτική ημερομηνία ενσωμάτωσης η οποία είναι τα δύο έτη από την δημοσίευση της οδηγίας στην εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.