Κακά μαντάτα για χιλιάδες δανειολήπτες που είχαν λάβει δάνεια σε ελβετικό φράγκο φέρνει απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία αναφέρει ότι οι πράξεις συναλλάγματος που αποτελούν μέρος της σύμβασης ενός δανείου σε ξένο νόμισμα δεν αποτελούν επενδυτική υπηρεσία. Με αυτό τον τρόπο ανατρέπεται ένα σημαντικό επιχείρημα των δανειοληπτών που είχαν πάρει στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο λόγω της ευνοϊκής ισοτιμίας ευρώ-φράγκου και είδαν τα υπόλοιπα τους να αυξάνονται σημαντικά τον Ιανουάριο όταν η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας απελευθέρωσε την ισοτιμία.

Στη χώρα μας την περίοδο 2007-2009, περίπου 65.000 δανειολήπτες είχαν καταφύγει σε δάνειο σε ελβετικό φράγκο. Σήμερα τα δάνεια αυτά ανέρχονται σε 5 δισ. ευρώ, περίπου, και αρκετοί από αυτούς ακόμη και αν αποπληρώνουν κανονικά τη δόση του δανείου τους, διαπιστώνουν ότι το κεφάλαιο που χρωστούν στην τράπεζα είναι σε ορισμένες περιπτώσεις μεγαλύτερο ακόμη και από το κεφάλαιο που είχαν δανειστεί.

Πολλοί δανειολήπτες έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζαν τον κίνδυνο που αναλάμβαναν είτε γιατί η ενημέρωση από την πλευρά των τραπεζών δεν ήταν επαρκής ή ότι τα προϊόντα αυτά έχουν επενδυτικά χαρακτηριστικά και δεν θα έπρεπε να πωληθούν ως δάνεια.

Η απόφαση του ΔΕΚ αντικρούει ουσιαστικά την επιχειρηματολογία πως τα δάνεια αυτά θα έπρεπε να έχουν πουληθεί με βάση τους κανόνες της οδηγίας Mifid για τα επενδυτικά προϊόντα, που προβλέπουν την πώλησή τους από πιστοποιημένους υπαλλήλους, την προσυμβατική ενημέρωση του πελάτη και την κατηγοριοποίησή του με βάση το επενδυτικό του προφίλ.

Η απόφαση του ΔΕΚ προκλήθηκε ύστερα από προσφυγή του ζεύγους Λάντος από την Ουγγαρία, οι οποίοι είχαν λάβει δάνειο σε ελβετικό νόμισμα από την Banif Plus Bak για την αγορά αυτοκινήτου, αξιοποιώντας τη συγκυρία των φθηνών επιτοκίων.