Στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή θα κατατεθεί την Πέμπτη 21 Απριλίου το ασφαλιστικό νομοσχέδιο, ενώ στην ολομέλεια του Κοινοβουλίου δεν αναμένεται να προσέλθει πριν από την Μεγάλη Εβδομάδα, με την ψήφισή του να τοποθετείται την πρώτη εβδομάδα του Μαίου.

Tο υπουργείο Εργασίας έδωσε την Τρίτη στη δημοσιότητα το σχέδιο νόμου για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Οπως υπογράμμισε νωρίτερα η κυβερνητική εκπρόσωπος, Ολγα Γεροβασίλη, στο νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό προβλέπεται αύξηση των εισφορών κατά 1%, η οποία θα βαρύνει κατά 0,5% τους εργοδότες και κατά 0,5% τους εργαζόμενους έως το 2018.  Από το 2018 έως το 2021, η αύξηση των εισφορών περιορίζεται στο 0,25% για εργαζόμενους και 0,25% και εργοδότες. Μετά και τις περικοπές στις επικουρικές, θα προστατεύονται οι συνταξιούχοι που θα έχουν εισόδημα από συντάξεις έως 1.300 ευρώ.

Στο νομοσχέδιο υπό την παρούσα μορφή έχουν ενσωματωθεί όλες οι τελικές προτάσεις της Κυβέρνησης κατόπιν των πρόσφατων διαπραγματεύσεων που είχε ο αρμόδιος υπουργός Εργασίας με τους Θεσμούς, ωστόσο τη σύμφωνη γνώμη τους για το οριστικό κείμενο θα επιδιώξει να αποσπάσει στη συνάντηση που έχει προγραμματιστεί για την προσεχή Πέμπτη.

Μέχρι τότε, μεγάλο μέρος των μεταρρυθμίσεων που προωθούνται βρίσκονται «στον αέρα», καθώς δεν έχει «κλειδώσει» ακόμη η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών στην οποία αντιδρούν οι Θεσμοί και αν συνεχίσουν έτσι, ενδεχομένως να αλλάξει τελείως το νομοσχέδιο, ακόμη και στο «παρά πέντε» της ψήφισής του από τη Βουλή.

Σημειώνεται πως η αύξηση των εισφορών υπέρ επικουρικής ασφάλισης, από το 3% στο 4% για τους εργοδότες και από το 3% στο 3,5% για τους εργαζόμενους αποτελεί το μεγαλύτερο αγκάθι στη διαπραγμάτευση, ακόμη και την ύστατη στιγμή, και η έκβασή του αναμένεται να καθορίσει το ύψος των περικοπών στις επικουρικές συντάξεις. Αν δηλαδή οι δανειστές δεν δεχτούν την πρόταση της ελληνικής πλευράς, τότε οι περικοπές έως 40% στις επικουρικές συντάξεις, δεν θα αρκούν για να καλύψουν το έλλειμμα του ΕΤΕΑ και έτσι ίσως χρειαστούν ακόμα πιο γενναίες παρεμβάσεις.

Από μια κλωστή κρέμεται η τύχη του ΕΚΑΣ, καθώς στο νομοσχέδιο αναναφέρεται πως από το 2016 το επίδομα θα υπολογίζεται με βάση τα νέα εισοδηματικά κριτήρια (με συνέπεια να μειωθούν κατά 20% οι δικαιούχοι), όμως για το 2017, το 2018 και το 2019, δεν καθορίζεται ο τρόπος που θα χορηγείται.

Θολό παραμένει το τοπίο σε ότι αφορά το ύψος των εισφορών για ορισμένες κατηγορίες ασφαλισμένων όπως οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι αγρότες, οι αμοιβόμενοι με μπλοκάκι και οι επιστήμονες, καθώς οι Θεσμοί δεν έχουν ανάψει το «πράσινο φως» στις βελτιωμένες προτάσεις της Κυβέρνησης. 

Συνεπώς, από την ψήφιση του νόμου και στο εξής, το συνολικό ποσοστό εισφοράς του κλάδου σύνταξης στον ΕΦΚΑ (μισθωτού και εργοδότη) ορίζεται σε 20% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζόμενων, με εξαίρεση τις κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές λόγω γάμου, γεννήσεων τέκνων, θανάτου και βαριάς αναπηρίας.

Η εισφορά κατανέμεται κατά 6,67% για τον εργαζόμενο και κατά 13,33% για τον εργοδότη. Ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας εισφοράς ορίζεται το 10πλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό, ήτοι 5.860 ευρώ.

Ειδικά για τα μπλοκάκια από την 1η Ιανουαρίου 2017 προβλέπεται η υποχρέωση καταβολής διπλού ασφαλίστρου 20% για κύρια σύνταξη, σε περιπτώσεις παράλληλης απασχόλησης για όλους τους ασφαλισμένους,  ανεξάρτητα από το πότε εντάχθηκαν στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.