«Κατά τα προσεχή έτη, τυχόν δημοσιονομικά περιθώρια που προκύπτουν πέραν του στόχου θα πρέπει να αποτελέσουν ευκαιρία για την υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων που θα καταστήσουν τα δημόσια οικονομικά περισσότερο φιλικά προς την ανάπτυξη, όπως τα ήδη νομοθετημένα μέτρα για το 2020 που προβλέπουν διεύρυνση των φορολογικών βάσεων με ταυτόχρονη μείωση των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις και την εργασία». Αυτή η αναφορά που εμπεριέχεται στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ελληνική πρόοδο στη διαδικασία του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, δείχνει ξεκάθαρα πως για την Κομισιόν δεν υπάρχει περιθώριο μη εφαρμογής του μέτρου για τη μείωση του αφορολογήτου.

Το παράδοξο είναι πως εάν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τη σχετική έκθεση πριν από λίγες εβδομάδες, στελέχη τόσο του οικονομικού επιτελείου όσο και του ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζουν πως η Κομισιόν είναι ανοικτή σε μια αναδιαπραγμάτευση του σχετικού ζητήματος.

Ωστόσο, εάν ανατρέξει κανείς προσεκτικά στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, δηλαδή στο τελευταίο επίσημο κείμενο της ΕΕ για την ελληνική οικονομία, διαπιστώνει πως η ΕΕ αναδεικνύει τη μείωση του αφορολογήτου σε κεντρική μεταρρύθμιση των επομένων μηνών.

Στην εν λόγω έκθεση η Κομισιόν τονίζει πως ο δείκτης φορολογίας προς το ΑΕΠ στην Ελλάδα έχει αυξηθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια της κρίσης και εμφανίζει σύγκλιση προς το μέσο ποσοστό 41,2 % της ζώνης του ευρώ. Όπως επισημαίνει, το μερίδιο των φόρων και των κοινωνικών εισφορών στο ΑΕΠ στην Ελλάδα ανήλθε σε 41,6 % το 2017, σημείωσε δηλαδή σημαντική αύξηση σε σχέση με το προ της κρίσης ποσοστό του 32,8 % το 2009. 

Στο σημείο αυτό η Επιτροπή σημειώνει πως οι συντελεστές φορολογίας εταιρειών και φυσικών προσώπων και ο τεκμαρτός φορολογικός συντελεστής επί της εργασίας (συμπεριλαμβανομένων των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης) παραμένουν υψηλοί στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη της ΕΕ και πως σε υψηλότερα επίπεδα από τα άλλα κράτη μέλη κινούνται τόσο ο συντελεστής φορολογίας εταιρειών (29 %) όσο και ο ανώτατος συντελεστής φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων (55 %). 

Και με αφορμή τα παραπάνω η Κομισιόν υπογραμμίζει χαρακτηριστικά πως «η εκ των προτέρων νομοθετημένη μείωση της πίστωσης φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για τον Ιανουάριο του 2020 προβλέπεται να οδηγήσει στη συγκέντρωση πρόσθετων εσόδων ύψους περίπου το 1 % του ΑΕΠ μέσω της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και να διευκολύνει τη μείωση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και εταιρειών».

Δηλαδή για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή – όπως και για τους υπόλοιπους θεσμούς- η μείωση του αφορολογήτου είναι το όχημα αλλαγής του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής και ως εκ τούτου είναι απαραίτητη και ως τέτοια μνημονεύεται. Στη βάση αυτή οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα για μη μείωση του αφορολογήτου βρίσκουν αντίθετους όχι μόνο το ΔΝΤ και τον ESM, αλλά και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.