Αναμένεται να αυξηθεί η ζήτηση για «χρυσές βίζες», καθώς συνεχίζουν και πληθαίνουν τα μεσαία και ανώτερα στρώματα σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπως σημειώνεται σε άρθρο που περιλαμβάνεται στο μηναίο δελτίο του Κέντρου Προγραμματισμού και οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ).

Εκτιμάται ότι μεγάλο μέρος της ζήτησης πιθανώς θα προέλθει από την Κίνα και την Ινδία, όπου ο αριθμός των πλουσίων μεγαλώνει ταχύτατα, και πολλοί από αυτούς επιθυμούν είτε να σπουδάσουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό είτε να ταξιδεύουν πιο εύκολα ή να έχουν ανοικτές εναλλακτικές λύσεις. Την ίδια στιγμή, αυξάνεται και ο αριθμός των χωρών που προσφέρουν «χρυσές βίζες», εντείνοντας τον ανταγωνισμό για την προσέλκυση των σχετικών επενδύσεων. Δεν συμμετέχουν όλες οι χώρες, όμως, στην ίδια αγορά εφόσον ορισμένοι προορισμοί είναι πολύ πιο ελκυστικοί απ' ό,τι άλλοι.

Τέτοιοι προορισμοί, όπως σημειώνεται, μπορούν να θέσουν πιο υψηλά τον πήχη, ως προς την αξία και το είδος της επένδυσης που απαιτείται. Φαίνεται ότι, ενόψει της όλο και μεγαλύτερης ζήτησης που παρατηρείται σε ορισμένους προορισμούς, χώρες όπως οι ΗΠΑ, θα τοποθετήσουν τον πήχη τους ακόμα πιο ψηλά, στοχεύοντας αποκλειστικά στους παρά πολύ πλούσιους. Σύμφωνα με τις ενδείξεις, μάλλον πρόκειται να ενταθεί ο διεθνής ανταγωνισμός για την προσέλκυση πολύ πλούσιων επενδυτών, όπως άλλωστε έχει συμβεί στην περίπτωση του διεθνούς ανταγωνισμού προσέλκυσης ταλαντούχων ατόμων. Με βάση τη γνώση που έχει προκύψει από τη διεθνή εμπειρία, σήμερα πολλές χώρες επιδιώκουν να τροποποιήσουν τα προγράμματά τους, ώστε να μεγιστοποιήσουν τις θετικές επιπτώσεις των επενδύσεων που πραγματοποιούνται με προγράμματα «χρυσής βίζας».

Τα συμμετοχικά κεφάλαια (venture capital) και οι επενδύσεις σε καινοτόμες επιχειρήσεις «start-up» φαίνεται να συγκεντρώνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις χώρες όπου υπάρχει σχετική πείρα με πολιτικές «χρυσής βίζας» και προσεκτική αξιολόγηση του οικονομικού αντίκτυπου συγκεκριμένων ειδών προγραμμάτων και επενδύσεων. Τα νέα προγράμματα του Καναδά και της Αυστραλίας με βίζες «start-up» αποτελούν σχετικά παραδείγματα. Ταυτόχρονα, οι ανησυχίες πολλών χωρών ως προς τη διαφάνεια και τη διαφθορά έχουν οδηγήσει σε αυστηρότερους ελέγχους των υποψήφιων επενδυτών.

Σε χώρες, όπως η Ελλάδα, που δεν αποτελούν ιδιαίτερα ελκυστικούς προορισμούς και το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν τα προγράμματά τους στους επενδυτές αφορά σε μεγάλο βαθμό την πρόσβαση που προσφέρουν σε άλλες χώρες, οι βασικές προκλήσεις είναι δύο. Πρώτον, να αποκομίσουν μεγαλύτερα οφέλη από τα προγράμματα «χρυσής βίζας» που εφαρμόζουν, όπως με το να μεταφέρουν την έμφαση από την αγορά ακινήτου σε επενδύσεις στην ιδιωτική οικονομία ή σε πληρωμές σε κρατικά ταμεία. Δεύτερον, να αποφύγουν τη διαφθορά και τα σκάνδαλα που συχνά διέπουν τα προγράμματα «χρυσής βίζας».

Πάντως, έντονη κριτική έχουν υποστεί τα προγράμματα που στοχεύουν στην προσέλκυση επενδύσεων με την ανταλλαγή δικαιωμάτων διαμονής, αν και «σε χώρες, όπως την Ελλάδα, όπου μειώθηκαν απότομα οι τιμές ακινήτων μετά την οικονομική κρίση, μπορεί προγράμματα που βασίζονται σε αγορά ακινήτων να συμβάλουν στη σταθεροποίηση ή την άνοδο των τιμών ακινήτων, τουλάχιστον όσον αφορά το κομμάτι της αγοράς με ακριβά ακίνητα», όπως σημειώνεται στο σχετικό άρθρο.

Τι έχει προσφέρει στο επενδυτικό περιβάλλον της Ελλάδας το πρόγραμμα «χρυσής βίζας»

Από τις 983 «χρυσές βίζες» που εξέδωσαν οι ελληνικές αρχές σε ξένους αγοραστές ακινήτων, από την έναρξη του προγράμματος το 2013 μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου 2015, η συντριπτική πλειονότητα χορηγήθηκε σε Κινέζους και Ρώσους πολίτες, με 335 και 315 άδειες, αντίστοιχα, όπως σημειώνεται στο άρθρο. Οι άλλοι συμμετέχοντες στο ελληνικό πρόγραμμα ήταν από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (151 άδειες), την Αίγυπτο (53 άδειες), την Ουκρανία (52 άδειες) και τις ΗΠΑ (21 άδειες).

Σημειώνεται ότι αρκετές από τις σχετικές αγορές ακινήτων δεν προέκυψαν από ενδιαφέρον για το πρόγραμμα, αλλά έγιναν, πριν την εφαρμογή του προγράμματος, ενώ η αίτηση κατατέθηκε εκ των υστέρων, μετά την προκήρυξη του προγράμματος.

Το ενδιαφέρον που έχει εκδηλωθεί για το ελληνικό πρόγραμμα χαρακτηρίζεται από το ΚΕΠΕ πενιχρό, ιδιαίτερα όταν ληφθεί υπόψη ο σχετικά χαμηλός πήχης (ακίνητο αξίας 250.000 ευρώ).

Το περιορισμένο ενδιαφέρον, όπως αναφέρεται στο άρθρο, οφείλεται σε πολλαπλούς παράγοντες. Ένας παράγοντας ήταν η έλλειψη βεβαιότητας ως προς την παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη ή και την ΕΕ γενικότερα, διότι οι υποψήφιοι επενδυτές είχαν φόβο όχι μόνο για τη μελλοντική αξία της επένδυσής τους, αλλά και για το κατά πόσον η ελληνική βίζα θα τους εξασφαλίζει εύκολη πρόσβαση σε άλλες χώρες της ΕΕ, που αποτελεί λόγο συμμετοχής σε προγράμματα χωρών-μελών της ΕΕ.

Το γενικότερο μακροοικονομικό κλίμα και η επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων συμβάλλουν, επίσης, στους σχετικούς φόβους. Επιπλέον, φαίνεται ότι πολλοί ξένοι που ενδιαφέρονται να αγοράσουν εξοχικό ακίνητο προτιμούν οργανωμένα παραθεριστικά συγκροτήματα, τα οποία στην Ελλάδα είναι περιορισμένα σε αριθμό σε σχέση με άλλες νότιες χώρες-μέλη της ΕΕ. Η γνωστή έκταση της αυθαίρετης δόμησης εξοχικής κατοικίας στην Ελλάδα φαίνεται να εντείνει την προτίμηση για οργανωμένα συγκροτήματα, που φαίνεται να θεωρούνται πιο ασφαλή από άποψη νομοτυπική.

Ένας ακόμα παράγοντας που έχει αναδειχθεί τελευταία σε σχέση με τη συμμετοχή στο ελληνικό πρόγραμμα αποτελούν οι αβεβαιότητες σε σχέση με φορολογικά ζητήματα. Οι αλλαγές στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος την άνοιξη του 2015 δεν έλαβαν υπόψη την περίπτωση της «Χρυσής Βίζας», με συνέπεια να προκύψουν μεγάλες φοροεπιβαρύνσεις στους επενδυτές που έλαβαν τη σχετική βίζα. «Πέραν από το συγκεκριμένο αυτό φορολογικό ζήτημα που προέκυψε απροσδόκητα, είναι γενικότερα γνωστό ότι οι φορολογικοί κανόνες της Ελλάδας δεν είναι σταθεροί. Η αστάθεια αυτή σίγουρα καθιστά τους ξένους υποψήφιους αγοραστές ακινήτων ιδιαίτερα επιφυλακτικούς ως προς την εμπλοκή τους με την Ελλάδα, όπως άλλωστε φαίνεται να συμβαίνει με τους επενδυτές, γενικότερα», όπως σημειώνεται στο άρθρο.