Η FIFA ισχυρίζεται ότι έχει πέσει θύμα σκανδάλων διαφθοράς που είχαν σαν αποτέλεσμα την απομάκρυνση των στελεχών της από τη διοίκηση. Σήμερα, η Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου διεκδικεί αποζημιώσεις δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων, παρά το γεγονός ότι παραδέχθηκε - για πρώτη φορά- ότι κορυφαία στελέχη της δωροδοκήθηκαν από χώρες που ήλπιζαν να επιλεγούν για τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Υπό την ηγεσία του νεοεκλεγέντος προέδρου Gianni Infantino, η FIFA διεκδικεί μερίδιο από τα 190 εκατ. δολάρια που οι Αμερικανοί εισαγγελείς έχουν εξαγγείλει ότι θα συγκεντρώσουν από τα δεκάδες στελέχη από τους χώρους του ποδοσφαίρου και των μέσων ενημέρωσης και τα οποία έχουν κατηγορηθεί –και ομολογήσει– εμπλοκή στα σκάνδαλα διαφθοράς. Η ομοσπονδία ισχυρίζεται ότι δικαιούται αποζημίωση για τη βλάβη που υπέστη η φήμη και η επωνυμία της, καθώς και έναντι των μισθών, των δικηγορικών αμοιβών και των χρημάτων που χρησιμοποιήθηκαν για δωροδοκία, σύμφωνα με τον φάκελο που κατέθεσε την Τετάρτη στο δικαστήριο.

Οι αξιώσεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο της εκστρατείας αποκατάστασης της FIFA, η οποία ξεκίνησε με την ανάδειξη του Infantino στην ηγεσία της τον περασμένο μήνα. Στην ίδια συνεδρίαση, τα 209 κράτη μέση συμφώνησαν σε μια σειρά από σαρωτικές διοικητικές αλλαγές με σκοπό τη ρητή δέσμευση της ομοσπονδίας για δικαιοσύνη και διαφάνεια. Με την αγωγή αυτή, η FIFA προσπαθεί να υπογραμμίσει τη βλάβη που υπέστη η ίδια από το σκάνδαλο διαφθοράς.

«Η FIFA το παίζει θύμα», σχολιάζει στο Bloomberg ο Daniel Richman, πρώην ομοσπονδιακός εισαγγελέας που είναι καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια. «Το ερώτημα είναι πόσο άξιζε η φήμη και το καλό όνομα της FIFA πριν προκύψουν τα νέα δεδομένα».

Στην αγωγή που κατέθεσε, η FIFA επιβεβαιώνει ότι ορισμένα από τα πλέον υψηλόβαθμα στελέχη της δωροδοκήθηκαν κατά την ψηφοφορία για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Όπως διευκρινίζει, 10 εκατ. δολάρια εστάλησαν από τη Νότια Αφρική που διοργάνωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο 2010 και μεταφέρθηκαν από λογαριασμό της FIFA σε λογαριασμό που ελέγχει ο Jack Warner, ο τότε επικεφαλής του εποπτικού φορέα αρμόδιου για την Καραϊβική και τη Βόρεια και Κεντρική Αμερική. Αναφέρει, επίσης, ότι μια ακόμη χώρα που «λάδωσε» ήταν το Μαρόκο, το οποίο ήταν υποψήφιο για τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1998 αλλά τελικά δεν επελέγη.

Η αγωγή της FIFA έχει βασιστεί στο κατηγορητήριο που ανακοινώθηκε τον περασμένο Μάιο στις ΗΠΑ, στο οποίο η ομοσπονδία παρουσιάζεται ως απάτης από τα στελέχη της και όχι ως γνώστης του σκανδάλου. Με την αγωγή που κατέθεσε, η FIFA διεκδικεί μια θέση δίπλα στους δύο περιφερειακούς φορείς που επλήγησαν περισσότερο από το σκάνδαλο: τη Συνομοσπονδία Ποδοσφαίρου της Βόρειας, Νότιας Αμερικής και Καραϊβικής (Concacaf) που διηύθυνε ο Warner και την Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου της Νότιας Αμερικής (Conmebol). Και οι δύο αυτές ομοσπονδίες χαρακτηρίζονται θύματα με βάση το κατηγορητήριο στις ΗΠΑ και έχουν εξαγγείλει ότι θα διεκδικήσουν αποζημίωση.

Η FIFA διεκδικεί 28,2 εκατ. δολάρια ως αποζημίωση έναντι μισθών, 10 εκατ. δολάρια τα οποία υπεξαιρέθηκαν σε σκάνδαλο δωροδοκίας του προέδρου, εκατομμύρια δολάρια έναντι δικηγορικών αμοιβών και ένα απροσδιόριστο ποσό έναντι της ζημίας που έχει υποστεί η φήμη της.

«Τα ποσά αυτά υποτίθεται ότι προορίζονταν για να κατασκευαστούν ποδοσφαιρικά γήπεδα, όχι επαύλεις και πισίνες, για να αγοραστεί ποδοσφαιρικός εξοπλισμός, όχι κοσμήματα και αυτοκίνητα, για την επένδυση σε νέους παίκτες και προπονητές, όχι για τη χρηματοδότηση ενός πολυτελούς τρόπου ζωής των τα στελέχη του χώρου και των υπεύθυνων μάρκετινγκ», καταγγέλλει ο Infantino.

Η αγωγή της FIFA περιλαμβάνει διεκδικήσεις που χρονολογούνται άνω των 10 ετών, συμπεριλαμβανομένων μισθών ύψους 5,3 εκατ. δολαρίων του Chuck Blazer, ενός αξιωματούχου του αμερικανικού ποδοσφαίρου που ομολόγησε την ενοχή του και συνεργάστηκε με τις διωκτικές αρχές, καθώς και των αμοιβών 4,4 εκατ. δολαρίων που κατεβλήθησαν στον Warner. Ο ίδιος αρνείται την αδικοπραγία αλλά δεν έχει απαντήσει στις κατηγορίες στο Δικαστήριο.

Επιπλέον, η FIFA διεκδικεί αποζημιώσεις έναντι ζημιών που υπέστη από κατηγορούμενους οι οποίοι κάποτε ήταν ισχυρά ονόματα του Νοτιοαμερικανικού ποδοσφαίρου, όπως τα 3,5 εκατ. δολάρια από τον Ricardo Teixeira, πρώην επικεφαλής του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου και ανάλογου ποσού από τον Nicolas Leoz που διηύθυνε την Conmebol. Και τα δύο στελέχη αποχώρησαν από το ποδόσφαιρο το 2013, μετά τη δημοσιοποίηση έκθεσης από τη FIFA στην οποία αναφερόταν ότι είχαν δωροδοκηθεί. Κανείς από τους δύο δεν εμφανίστηκε ενώπιον του αμερικανικού δικαστηρίου.

Ο Jose Hawilla, ιδρυτής της βραζιλιάνικης εταιρείας ενημέρωσης Traffic Group, ομολόγησε την ενοχή του και δέχθηκε να καταβάλει 151 εκατ. δολάρια. Ο Jeffrey Webb, πρώην πρόεδρος της Concacaf, ομολόγησε επίσης την ενοχή του και συμφώνησε να πληρώσει 6,7 εκατ. δολάρια. Στην αγωγή που κατέθεσε η FIFA ζητά να διενεργηθεί έλεγχος στην περιουσία του Webb, επικαλούμενη δημοσιεύματα για αμύθητη περιουσία και προκλητική πολυτέλεια  από τον πρώην παράγοντα του ποδοσφαίρου.

«Μετά την αθέτηση των υποχρεώσεών του έναντι της FIFA και των υπόλοιπων, ήρθε η ώρα ο Webb να διαθέσει την περιουσία του για να αποζημιώσει τα θύματά του», αναφέρουν οι νομικοί σύμβουλοι της FIFA.