Tax & Labour | Εργασιακά

Οι ασυμμετρίες της αγοράς εργασίας: «Ξεχειλωμένα» ωράρια, ανεργία, απόκλιση ανδρών-γυναικών

Αγγελική Μαρίνου

Παρά την αύξηση των θέσεων εργασίας και τη σταδιακή μείωση της ανεργίας, οι προκλήσεις στην αγορά εργασίας παραμένουν μεγάλες, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία.

Μια πρώτη πρόκληση είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης στην ΕΕ. Ειδικότερα, το 2023 το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων ηλικίας 15-64 ετών, αν και αυξημένο έναντι του 2022, διαμορφώθηκε στο 61,8%, με τη χώρα μας να καταλαμβάνει την προτελευταία θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, εμφανίζοντας καλύτερη επίδοση μόνο έναντι της Ιταλίας (61,5%).

Παράλληλα, το 2023 η αύξηση κατά 48 χιλ. των απασχολουμένων συγκριτικά με το 2022, οφειλόταν κυρίως στην εύρεση νέων θέσεων εργασίας από αποφοίτους ανώτερης δευτεροβάθμιας και μεταδευτεροβάθμιας μη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (επίπεδο 3-4), ο αριθμός των οποίων ενισχύθηκε, σε ετήσια βάση, κατά 74,3 χιλ. άτομα. Οριακή αύξηση της απασχόλησης (+4,1 χιλ. άτομα) σημειώθηκε και μεταξύ των αποφοίτων επιπέδου εκπαίδευσης 0-2.

Αντίθετα, ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ο αριθμός των εργαζομένων που είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (επίπεδο 5-8) παρουσίασε πέρυσι μείωση κατά 30,2 χιλ. άτομα, παρά το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα το σύνολο των απασχολουμένων συγκριτικά με το προ πανδημίας επίπεδό τους (2019) αυξήθηκε κατά 146,4 χιλ. άτομα.

Συνολικά, σε σχέση με το 2019, ο αριθμός των εργαζομένων στη χώρα μας ήταν το 2023 αυξημένος κατά 253,6 χιλ., με τον αριθμό των αποφοίτων επιπέδου εκπαίδευσης 3-4 να καταγράφει αύξηση κατά 175,4 χιλ. άτομα, ενώ των αποφοίτων επιπέδου εκπαίδευσης 0-2 μείωση κατά 68,1 χιλ. άτομα.

Ανεργία

Μια ακόμη σοβαρή πρόκληση που αντιμετωπίζει η αγορά εργασίας είναι ότι, παρά τη συνεχή και σημαντική μείωσή του από το 2014 και ύστερα, το ποσοστό ανεργίας στη χώρα μας εξακολουθεί να κυμαίνεται σε αρκετά υψηλά επίπεδα, τόσο σε απόλυτα νούμερα όσο και συγκριτικά με τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών-μελών της ΕΕ.

Ειδικότερα, το ποσοστό των ανέργων ηλικίας 15-74 ετών στο σύνολο του εργατικού δυναμικού διαμορφώθηκε το 2023 στην Ελλάδα στο 11,1% (4,5 και 5  ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από ό,τι στην Ευρωζώνη στην ΕΕ αντίστοιχα). Η επίδοση αυτή είναι η δεύτερη χειρότερη μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, με την Ελλάδα να καταγράφει χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας μόνο έναντι της Ισπανίας.

Ειδικότερα, το ποσοστό του γυναικείου πληθυσμού ηλικίας 15-74 ετών που το 2023 ήταν άνεργο στην Ελλάδα ανήλθε στο 14,3% (το υψηλότερο στην ΕΕ), ενώ το αντίστοιχο των ανδρών στο 8,5%, καταγράφοντας απόκλιση 5,8 ποσοστιαίων μονάδων, η οποία, αν και μικρότερη από το 2019 και το 2022, παραμένει η μεγαλύτερη μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.

Μεγάλη διαφοροποίηση, όμως, εμφανίζει και το ποσοστό ανεργίας μεταξύ των νέων ηλικιακά ατόμων και εκείνων μεγαλύτερης ηλικίας. Ειδικότερα, το ποσοστό ανεργίας για άτομα ηλικίας 15-29 ετών στην Ελλάδα ανερχόταν το 2023 στο 21,8%, ποσοστό το οποίο υπερβαίνει κατά 12,7 ποσοστιαίες μονάδες το αντίστοιχο ποσοστό ανεργίας των ατόμων ηλικίας 30- 74 ετών.

Σημειώνεται ότι η απόκλιση αυτή του ποσοστού ανεργίας μεταξύ των νέων και των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας στη χώρα μας, παρ’ ότι μειωμένη έναντι της αντίστοιχης το 2019 και το 2022, εξακολουθεί να είναι η υψηλότερη μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, με το εύρος της το 2023 να είναι σχεδόν διπλάσιο έναντι του μέσου όρου της Ένωσης. 

Περίπου αντίστοιχη εικόνα προκύπτει και από την εξέταση του ποσοστού υποαπόδοσης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ. Παρά το γεγονός ότι το 2023 το ποσοστό αυτό στη χώρα μας μειώθηκε έναντι του 2022, και κυρίως του 2019, εντούτοις συνέχισε να είναι υψηλό, ξεπερνώντας το 16% και παρουσιάζοντας καλύτερη επίδοση μόνο συγκριτικά με την Ισπανία (20,2%), την Ιταλία (17,7%) και τη Σουηδία (16,4%).

Στους κύριους παράγοντες που συνέβαλαν στο σχετικά υψηλό ποσοστό υποαπόδοσης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα το 2023, ανήκουν το υψηλό ποσοστό ανεργίας (10,8% του διευρυμένου εργατικού δυναμικού), ενώ μικρότερη συμβολή σε αυτό είχε και το σχετικά υψηλό ποσοστό υποαπασχολούμενων που εργάζονταν υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης (2,7%).

Όσον αφορά τους υπόλοιπους παράγοντες που ευθύνονται για την υποαπόδοση της αγοράς εργασίας στη χώρα μας, το ποσοστό των ατόμων που, αν και ήταν διαθέσιμα να εργαστούν, δεν αναζητούσαν θέση εργασίας διαμορφώθηκε το 2023 στο 2,4% του διευρυμένου εργατικού δυναμικού, ενώ το ποσοστό εκείνων που αναζητούσαν θέση εργασίας, αλλά δεν ήταν άμεσα διαθέσιμοι ήταν πέρυσι αρκετά χαμηλότερο (0,5% του διευρυμένου εργατικού δυναμικού).

Εργασιακή ανασφάλεια - Υπερεργασία

Αρκετά υψηλός είναι στη χώρα μας και ο δείκτης εργασιακής ανασφάλειας, με το 31,8% των εργαζομένων το 2021 στην Ελλάδα να συμφωνεί (σε μικρό ή μεγάλο βαθμό) ή να μη δίνει σαφή απάντηση στο ερώτημα εάν υπάρχει πιθανότητα μέσα στους επόμενους τρεις μήνες να χάσει τη θέση εργασίας του. Το αντίστοιχο ποσοστό στον μέσο όρο της ΕΕ είναι 12,4 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο.

Επιβαρυντικά, όμως, στις συνθήκες απασχόλησης στην Ελλάδα επιδρούν και οι ιδιαίτερα πολλές ώρες εργασίας των εργαζομένων, σε βαθμό μάλιστα που διαταράσσεται και η ισορροπία μεταξύ του εργασιακού και του ελεύθερου χρόνου τους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στη συγκεκριμένη έρευνα του Eurofound το 34,4% των εργαζομένων στην Ελλάδα δήλωσε ότι το 2021 εργαζόταν συνήθως περισσότερες από 48 ώρες την εβδομάδα, όταν στη Ρουμανία, η οποία καταγράφει τη δεύτερη χειρότερη επίδοση, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 8,8 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο, ενώ στον μέσο όρο της ΕΕ (20,8 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο).

Ενδεικτικό, του ιδιαίτερα υψηλού φόρτου εργασίας των εργαζομένων στη χώρα μας είναι και το γεγονός ότι οι ώρες απασχόλησης επηρεάζουν και άλλες προτεραιότητες της ζωής τους με το 30,3% εξ αυτών να δηλώνει ότι το ωράριο εργασίας τους δεν εναρμονίζεται πολύ ή έστω αρκετά με τις οικογενειακές ή διάφορες άλλες κοινωνικές υποχρεώσεις τους.

Σε αυτό συμβολή έχει βέβαια και το γεγονός ότι το 2023 στην Ελλάδα το 58,2% των εργαζομένων δήλωνε ότι απασχολούταν εκτός του τυπικού ωραρίου εργασίας (δηλαδή σε καθεστώς βαρδιών ή με εργασία το απόγευμα ή το βράδυ ή κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου), όταν την ίδια στιγμή στην ΕΕ το ποσοστό αυτό ήταν 33,9%. 

Σχετικά υψηλό παρέμεινε το 2023 στην Ελλάδα και το ποσοστό των εργαζομένων που δούλευε με συμβάσεις ορισμένου χρόνου είτε επειδή δεν βρήκε μια θέση μόνιμης απασχόλησης, είτε επειδή η φύση της δουλειάς του συνάδει μόνο με καθεστώς μερικής απασχόλησης είτε για διάφορους άλλους λόγους (12,8% του συνόλου των εργαζομένων, έναντι 8% στην ΕΕ).

Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα το 2023 κατατάχτηκε όσον αφορά τον συγκεκριμένο δείκτη στην τρίτη θέση μεταξύ των 18 κρατών-μελών της ΕΕ για τα οποία υπάρχουν σχετικά διαθέσιμα στοιχεία.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

TAGS: